29 Νοεμβρίου 2018

Ο Αγώνας






Θα περάσει, όπως όλα περνούν, το ξέρω πως προσπαθείς, όμως θα περάσει κι αφού περάσει θα περάσεις κι εσύ μαζί του, όπως όλοι περνούμε. Λιγότερο να ανησυχείς, δεν χρειάζεται να ανησυχείς εκτός κι αν υπάρχει θάνατος, όμως θάνατος δεν υπάρχει.
Θα περάσει, το είδα κάτω σου να χαμογελά αρπαγμένο από την ελπίδα σου και να παλεύει μέσα στα κύματα, ήταν η ίδια η χαρά σου, που κρατούσε ένα αστραφτερό λεπίδι μέσα στο σκοτάδι και την αναγνώρισα κάτω από τη σκιά σου. Θα περάσει, πίσω από τα δάκρυά σου έρχεσαι.

Και με πλησιάζεις ξυπόλητη να τρέμεις από νοσταλγία για ένα φιλί.

Θα περάσει. Μια νύχτα, καθώς κοιμόσουν, έβαλα το χέρι μου εκεί χαμηλά στην κοιλιά σου και άγγιξα την ψυχή σου και είδα σε ένα όραμα τη μάχη σου. Όμως θα περάσει, γιατί από τότε είμαι μαζί σου δεμένος εγώ με το φως σου.

Θα περάσει. Ο πόθος σου θα λιώσει τις πλάκες του πάγου κι από την δύναμή σου θα ανθίσεις, η ίδια σου η αγάπη θα σε κεραυνοβολήσει, θα γίνεις ρεύμα ηλεκτρικό. Θα περάσει, το είδα κάτω από το βλέμμα σου να ξύνει το δέρμα σου κι ενώ σε φιλούσα ένιωθα την απόσταση που μας χωρίζει.

Όμως θα περάσει, θα ανέβεις ξανά στα μάτια σου, αφού λύσεις το γρίφο. Όμως θα περάσει, γιατί από τη στιγμή που σε είδα πίσω από τα πέπλα σου παλεύω μαζί σου.

Και σε αναγνώρισα, πίσω από το φόβο που προκαλούσες.
Γιατί σε κοίταξα, σε μια στιγμή ολόκληρη, κι ήσουν ευτυχισμένη.

Έτσι θα νικήσεις: δεν υπάρχει θάνατος.

Θα περάσει. Αφού το είδα να ανεβαίνει, σκαρφάλωνε στο βλέμμα σου και γλιστρούσε πάλι πίσω. Θα περάσει. Με μια ματιά σε είδα στη γέφυρα να περπατάς και τα σανίδια να τρίζουν.

Θα περάσει. Σε είδα σαν μάγισσα να κάθεσαι στην σπηλιά σου και να ετοιμάζεις ξόρκια. Και πεσμένη ανάσκελα μέσα στον έρωτα να πνίγεσαι. Σε είδα χωρίς μορφή να χαράζεις το πρόσωπό σου.

Θα περάσει. Δεν χρειάζεται να βιάζεσαι, θα προλάβεις, έχεις πολλούς αιώνες μπροστά σου, να ζήσεις και να χαρείς όσα αγαπάς, αλλά το νου σου, να βρεθεί πρώτα η αγάπη. Θα περάσει, δεν χρειάζεται να βιάζεσαι, ανεβαίνει και θα ανέβει όλη τη σκάλα, εγώ που σου μιλώ, είκοσι αιώνων άνθρωπος είμαι. Είκοσι αιώνες ζω. Θα περάσει, μην αγωνίζεσαι, όταν γλιστρά πήγαινε μαζί του. Μην παλεύεις, ειρήνεψε, έβαλα το χέρι μου εγώ εκεί και το ένιωσα το τέρας πως λιγοστεύει.

Θα περάσει. Όλα θα περάσουν γιατί όλα περνούν, και με όλα αυτά θα γελάς. Θα νικήσεις, γιατί δεν υπάρχει τίποτα σε εσένα που να είναι δυνατότερό σου. Θα περάσει και θα διαφεντέψεις το φόβο και τον πόνο σου.

Θα περάσει, γιατί έχεις μεγάλο έρωτα ακόμα να δώσεις κι αχρησιμοποίητα νιάτα. Και θα περάσει, γιατί είδα μέσα σου την ομορφιά να πνίγει τα φίδια, και να χτυπάει μία μία τις πόρτες.

Θα περάσει. Έξω από τον χρόνο σε είδα κι εκεί που πηγαίνεις συναντηθήκαμε, κι ήσουν ολόκληρη ήλιος.

Θα περάσει και θα το μάθεις πως δεν υπάρχει θάνατος. Θα περάσει, και θα είσαι όλη μια νίκη πάνω στο θάνατο.

Θα περάσει, επειδή υποσχέθηκα στον θεό να είμαι μαζί σου. Και ο θεός ξέρει με ποιον τρόπο γεννιούνται εδώ στη γη οι άγγελοι. Θα περάσει, στα μάτια σου μια νύχτα θα αποκαλυφθείς κι όσα πίστεψες για εσένα θα τα ξεχάσεις. 

Γιατί σε είδα στο μέλλον σου που φοβόσουν, αλλά χωρίς το φόβο σου.

28 Νοεμβρίου 2018

Ψυχή Γαλάζια






Κι όμως, όταν είμαι καλά είναι κι ο θεός καλά μαζί μου
κι ο ουρανός είναι καλά μαζί μου
και οι άνθρωποι καλοί.
Κι όμως, όταν είμαι καλά, έτσι και στοχάζομαι κάτι μακρινό
σαν να είμαι ολόκληρος ουρανός και πίσω από αυτόν
κι όμως, εκείνες τις στιγμές δεν θέλω πολλά από αυτά που θέλω
και δεν με ενδιαφέρουν πολλά, από αυτά που με ενδιαφέρουν
είναι σαν να έχω άλλη γνώμη για τον κόσμο, και τη ζωή, άλλη γνώμη για όλα, μόνο επειδή υπήρξα καλά και το βλέμμα πέρασε πίσω από τα σύννεφα και με πήρε μαζί του.

Όταν είμαι καλά τα άσπρα σύννεφα στον ουρανό σχηματίζουν άσπρα άλογα - όσο περνά ο καιρός ρίχνω πιο συχνά το βλέμμα μου στον ουρανό, δεν ξέρω τί, δεν ξέρω πως, αλλά το βλέμμα μου συχνότερα πια μέσα στη μέρα τείνει στο προς τα πάνω.

Κι είναι σαν να με παίρνει μαζί του και βρίσκομαι εκεί στο σύννεφο που κοιτάζω, και το κυανό που μοιάζει σαν άνοιγμα μεταξύ των σύννεφων, κι έχω αρχίσει να παρατηρώ τα σχήματά τους και να τα παρομοιάζω με γήινα πλάσματα, ενώ τόσο με απορροφά που ολόκληρος ο ουρανός γίνεται δικός μου, και βρίσκομαι άξαφνα, ιδιοκτήτης ουρανού, σε έναν κόσμο που κανείς δεν παίρνει τα μάτια του από την τηλεόραση, και κανείς δεν τα σηκώνει ψηλά να δει τον ουρανό κι είναι ζήτημα τότε αν ουρανός υπάρχει.

Στο λέω, δεν μοιάζω με τους άλλους ανθρώπους, κάτι αλλιώτικο είχε η δικιά μου γέννηση και με τυράννησε, να κοιτάζω τον ουρανό, με τέτοια επιμέλεια σαν τον Γαλιλαίο, ούτε σε εμένα μοιάζει φυσιολογικό, αλλά ακολουθώ το βλέμμα μου. Και το ξέρω, πως είναι μόνο το γαλάζιο της ψυχής που το κάνει.

Και το ξέρω, γιατί πέρασα χρόνια που το γαλάζιο της ψυχής απουσίαζε και τότε το βλέμμα δεν κοίταζε πάνω το ταιριαστό του, δεν έβρισκε απλά τίποτα γνωστό στον ουρανό. Και στο λέω, από κει θα καταλάβεις την ψυχή σου, αν το βλέμμα σου στρέφεται συχνά μες στη μέρα προς τον ουρανό και διψά για το γαλάζιο του... να το ξέρεις πως η ψυχή σου πήρε και γαλαζιάζει. Τίποτα άλλο παρά τα όμοια να συναντιούνται και στις θλίψεις σου να αποζητάς τη μοναξιά και να κατεβαίνεις στη θάλασσα, γιατί η θλίψη ανήκει στη θάλασσα, έχει κάτι από τη θάλασσα, όμως το πνεύμα είναι ουρανός, και το βλέμμα είναι πνεύμα και η ψυχή είναι ουρανός και ο ουρανός ψυχή είναι.

Και σου το λέω, βλέπω τα σύννεφα να αλλάζουν σχήματα και μου μιλούν, με μια γλώσσα που η καρδιά την καταλαβαίνει, και είναι αυτός ο γαλάζιος θόλος πάνω από τα κεφάλι μας... γεμάτος μηνύματα για εμάς. Και σου το λέω, ο θεός όλη την ώρα μας μιλά, όμως υπήρξαν και εποχές που ήμασταν απασχολημένοι.

Και σου το λέω, η σιωπή το κάνει, κι όσο βυθίζομαι μες στη σιωπή τόσο γαλάζιο ύδωρ και ο ουρανός με μαγνητίζει.

Και σου το λέω, πως οι παραξενιές μου δεν μου μοιάζουν πια τόσο παράξενες, έχω ξαναφερθεί έτσι, τα έχω ξαναζήσει αυτά, σε μια άλλη μακρινή εποχή, σε μια μέσα ανάμνηση.

Και σου το λέω, τίποτα δεν μαθαίνω καινούργιο, μόνο θυμάμαι.
Γιατί εγώ ήμουν, τεσσάρων χρόνων νεογέννητος, που η ψυχή μου με κυβερνούσε κι αφηνόμουν στον θαυμασμό του γαλαξία, χωρίς να έχω τρόπο να σταματώ τον θαυμασμό μου, την έκστασή μου, το δέος και την ευτυχία μου.

Και το λέω, εγώ στην άκρη παραμερίζω, κι όλα αυτά μέσα από εμένα αποχτούν ξανά την πρωταρχική τους θέση της γέννησής μου.

Και σου το λέω, επιστρέφω, γυρίζω σπίτι, στην γαλήνη και την ειρήνη. Και σου το λέω, τα μάτια μου δεν είναι δικά μου, υπήρξε αυτή μόνο μια παρεξήγηση. Τα μάτια μου του ουρανού είναι, γι’ αυτό γυρίζουν συχνά σε αυτόν.

Και σου το λέω, δεν είχα τρόπο να σταματώ την ευτυχία μου, και τον τρόπο που απόκτησα να τη σταματώ τον χάνω.


27 Νοεμβρίου 2018

Το Σημείο Μηδέν






Έχω διαπιστώσει τρεις περιπτώσεις ζωής. Η πρώτη είναι να έχεις μια λάθος γέννηση, είτε το αποδεχθείς είτε όχι, από τη λάθος γέννηση θα έχεις μια λάθος ζωή, είτε το μάθεις είτε όχι. Η πρώτη περίπτωση δεν είναι περίπτωση αλλά κανόνας, μόνο οι άλλες δύο είναι περιπτώσεις, δηλαδή διαφοροποιούνται. Ουσιαστικά υπάρχει μόνο ο κανόνας και η διαχείριση του κανόνα, αλλά και η διαχείριση του κανόνα – το πώς θα διαχειριστεί ο καθένας τη λάθος γέννηση, είναι κι αυτό συστατικό της γέννησης, γιατί το πρώτο παράδειγμα που θα βρεθεί είναι πως διαχειρίστηκε τη λάθος γέννηση ο πρόγονος. Σε πολλές περιπτώσεις η λάθος γέννηση είναι τελεσίδικη, είναι δηλαδή και ζωή και θάνατος, τόσο βαθιά είναι η γέννηση που μόνο με μια δεύτερη γέννηση τη διορθώνεις.

Η λάθος γέννηση δεν είναι μόνο λίγο της ζωής, είναι όλο. Τα προβλήματα της ζωής δεν είναι σημερινά αλλά παλιά, αυτά που βασανίζουν τον άνθρωπο δεν τον βασανίζουν από το παρόν αλλά από το παρελθόν. Η λάθος γέννηση δεν είναι λάθος αποφάσεις ή λανθασμένη αντίληψη, Ή λάθος γνώμη και άποψη, είναι λάθος υποσυνείδητο και το λάθος υποσυνείδητο δεν είναι μόνο μέρος των λαθών αλλά συνολικό λάθος, που διαχωρίζεται μόνο σε λάθος αποφάσεις, λάθος εργασία, λάθος σύντροφο, λάθος φίλους κ.λ.π. λάθη. Η διαχείριση των λαθών της ζωής είναι πρώτα διαχείριση στο λάθος του αισθήματος, δηλαδή προσπάθεια πρόσβασης στην πηγή των λαθών, άλλοι το λένε ρίζα, όμως δεν είναι ακριβώς ρίζα, πηγή λαθών είναι, επειδή η ίδια πηγή αναβλύζει ζωή χαρισάμενη, αλλά μπορεί να αναβλύζει και επαναλαμβανόμενα λάθη, με σκοπό να τα διαπιστώσει ο φορέας και να κατέβει στην πηγή. Όπως κάπου λέει κι ο Χριστός: δεν υπάρχει αμαρτία, εσείς την δημιουργείτε.

Η πρώτη περίπτωση διαχείρισης μιας λάθος γέννησης είναι να προσπαθήσεις να φιλιώσεις μαζί της, δηλαδή να συμβιβασθείς. Η λάθος γέννηση έφερε λάθος αποφάσεις σε πρώιμο στάδιο της ζωής, δηλαδή χτίστηκε ζωή, οικοδόμημα πάνω σε ένα λάθος, σε λάθος βάση, αν πειράξεις αυτή τη βάση το οικοδόμημα θα καταρρεύσει σαν ένας πύργος με τραπουλόχαρτα. Πάνω σε αυτή τη λάθος βάση υπήρξε επένδυση, αν ο επενδυτής καταλάβει το λάθος θα προσπαθήσει να σώσει ό,τι μπορέσει. Η δικαιολογία, η ματιά που κοιτάζει γύρω τους άλλους και συγκρίνει, βοηθούν στη διατήρηση των λαθών. Όμως μικροεπεμβάσεις και μικροδιορθώσεις συχνά δεν βοηθούν. Η λάθος γέννηση είναι σαν τον αλκοολισμό, για να μπορέσεις να βοηθήσεις τον εαυτό σου χρειάζεται να αποδεχθείς πως είσαι αλκοολικός.
Μπορείς να έχεις πρόσβαση σε μια λάθος γέννηση – που είναι λάθος ζωή – στο σημείο μηδέν. Και η κάθοδος που παίρνει μια λάθος ζωή… έχει ως σκοπό να φτάσει στο σημείο μηδέν, εκεί συμβαίνουν οι αλλαγές. Βέβαια χρειάζεται να νικηθεί μια τρομερή αντίσταση.

Το σημείο μηδέν είναι ένα σημείο συνάντησης τριών χρόνων, του παρελθόντος, του μέλλοντος και του παρόντος, στο σημείο μηδέν μπορείς να γεννηθείς από το χέρι σου – κάπου στις γραφές αναφέρεται πως ένας γεννήθηκε από το μεγάλο του δάχτυλο, το ίδιο λέμε. Στο σημείο μηδέν μπορείς να γεννηθείς με απόφασή σου, δεν είναι τίποτα άλλο αυτό παρά η χριστιανική μέθοδος.
Στο σημείο μηδέν δεν μπορεί να σε φέρει η ψυχολογία και η γνώση της ψυχολογίας, δεν μπορεί να σε φέρει ψυχολογική μέθοδος αλλά μόνο ο πνευματικός δρόμος. Η ψυχολογία έχει ως σκοπό να γίνουν κατανοητά τα «χοντρά προβλήματα», όμως το ελάχιστον της ψυχής είναι το μέγιστον του πνεύματος. Και το μέγα πρόβλημα ξεκινά από το ελάχιστον την ψυχής.
Και ψαγμένα άτομα, διαβασμένα άτομα, μορφωμένα άτομα, συχνά διαπράττουν το μέγα λάθος, επειδή παρόλα αυτά, το ελάχιστον της ψυχής παραμένει ακόμα ανεξερεύνητο και σκοτεινό. Το πιο βαθύ φως δεν μπορεί να φτάσει στην ψυχή από πάνω προς τα κάτω αλλά από την αυτόφωτη ψυχή στον εγκέφαλο. Το πρώτο φως προϋπάρχει της γνώσεως.

Η μέθοδος είναι απλή. Εκείνο που υπάρχει κάτω χρειάζεται να ανέβει πάνω. Εκείνο που υπάρχει πάνω χρειάζεται να κατέβει κάτω, μόνο με έναν τρόπο μπορεί να γίνει αυτό: η καρδιά να συντριβεί.(Συντετριμμένη καρδία). Να γίνει δηλαδή, η γνωστή στάχτη, και από τη στάχτη να προκύψει του Φοίνικα η Αναγέννηση. Η μέθοδος, ο τρόπος, δεν είναι καινούργια, είναι εξ απαρχής κόσμου και αν την είχαν φέρεις εις πέρας οι γονείς δεν θα χρειάζονταν να την ξεκινήσουν τα παιδιά, όμως οι γονείς δεν την έφεραν εις πέρας και μια γενεά πρέπει να την φέρει, για να σπάσει η «καταραμένη σύνδεση» και να σπάσει ένας κρίκος της αλυσίδας, ώστε τα παιδιά να ξεκινήσουν με άλλες προοπτικές τη φαμίλια. Ένας δηλαδή, σε κάθε γενεά, χρειάζεται να θυσιαστεί για το μέλλον της ανθρωπότητας. Ένας χρειάζεται να σπάσει τον «καταραμένο κανόνα» της μίμησης που γεννά την απομίμηση.  

Στο σημείο μηδέν δεν μπορείς να φτάσεις με παρέα αλλά απολύτως μόνος. Στο σημείο μηδέν δεν μπορείς να φτάσεις με πράγματα, αλλά με το τίποτα. Στο σημείο μηδέν φτάνεις για να ξεκινήσεις και δεν μπορείς να φτάσεις με την παλιά σου ζωή. Το σημείο μηδέν είναι παρθενικό, είναι λευκό, μπορείς να φτάσεις μόνο αθώος και συχωρεμένος, μπορείς να φτάσεις μόνο με άσπιλη συνείδηση, στο σημείο μηδέν μπορείς να φτάσεις μόνο με την συνείδηση βρέφους, μόνο ένα περιστέρι φτάνει στο σημείο μηδέν ή ένα σπουργίτη, ένα ελάφι ή ένα λιοντάρι φτάνει στο σημείο μηδέν, στο σημείο αυτό δεν ζει άνθρωπος, κύκνος ζει. Στο σημείο μηδέν δεν υπάρχει δάσος, ένα μόνο λουλούδι υπάρχει. Το δάσος είναι το δαιδαλώδες μυαλό που διασχίζεις για να φτάσεις στο λουλούδι.

Από το σημείο μηδέν, ξεκινάς ξανά με μικρά και σίγουρα βήματα, με διαλεχτά βήματα να χτίζεις τη νέα σου ζωή. Στο σημείο μηδέν, δεν θα βρεις να σε περιμένουν όλα εκείνα που επιθύμησες, ονειρεύτηκες και ήλπισες και πόθησες ‘ώστε να ξεκινήσεις το δύσκολο ταξίδι σου το γεμάτο περιπέτεια και γνώση. Θα βρεις μόνο να σε περιμένει ο πιο όμορφος και δυνατός εαυτός σου, ο πιο ελαφρύς και χαρούμενος και όσα έχασες στο δρόμο για χάρη του,  δεν θα τα πεις θυσία. Γιατί άξιζε για ένα πηγαίο γέλιο σου και μια ξένοιαστη και καθαρή σου μέρα… δέκα λάθος ζωές να τινάξεις στον αέρα και μέσα από δέκα σώματα να βγεις για μια στιγμή ελευθερίας.

Ένας θα το κάνει, εκατό θα το μεταθέσουν. Όμως ένας θα το κάνει. Και μη νομίζεις πως στον παράδεισο επικρατεί το αδιαχώρητο και συνωστισμός, αραιοκατοικημένη περιοχή είναι, ένας εδώ ένας εκεί.

Υστερόγραφο: όπου διάβασες λάθος βάλε εισαγωγικά και μπες μέσα.

26 Νοεμβρίου 2018

Ατίθασος Λογισμός






Κατ’ αλλού τρέχει ο λογισμός μου
μέσα σε χρυσά ακρογιάλια
αφήνει τον κόσμο, το θολό του τοπίο·
Κατ’ αλλού τρέχει, γυρεύει τη διαύγεια
το χθες, το σήμερα, το αύριο, το ένα·
Κατ’ αλλού τρέχει ο λογισμός μου
μέσα σ’ ένα άλλο εφήμερο
πεθύμησε μια άλλη καθημερινότητα
με άλλα πράγματα καταπιάνονται οι σκέψεις μου
με άλλους ανέμους ζευγαρώνουν·

Κατ’ αλλού τρέχει ο λογισμός μου
κατά κει που τρέχουν οι λογισμοί αν λυθούν
αν λύσουν τους κόμπους
οι σκέψεις μου σαν άδειες βάρκες στο πέλαγος
κατ' αλλού τρέχουν με σπασμένους δεσμούς·
Ξανοίγονται οι σκέψεις μου διψασμένες για ελευθερία
σπεύδουν στ' ανοιχτά, στην ανοιχτή έρημο
στον δίχως επιστροφή δρόμο·

Κατ’ αλλού τρέχει ο λογισμός μου
σε άλλους τόπους στήνω τη σκηνή μου
το σώμα μου ακολουθεί τη φαντασία μου
ευχάριστα να μην είμαι πάντα εδώ
μέσα από κανάλια περνώ - φυγάς της εποχής μου
σε άλλη εποχή φτιάχνω τόπο
τώρα που στένεψε η ανθρωπότητα
αγγέλους επαληθεύω·

Κατ’ αλλού τρέχει ο λογισμός μου
με άλλους τόπους φλερτάρει ο νους μου
θεούς ανασταίνω·

Κατ’ αλλού τρέχει ο λογισμός μου
από τα στεγνά του κόσμου διψασμένος
κατ’ αλλού μυρίζουν τα χρώματά μου κόσμους
από το ασπρόμαυρο μέσα της θλίψης διωγμένα·
Κατ’ αλλού η ομορφιά με υποκινεί να στρέφω το κεφάλι
τα νέα μου μάτια, που διψασμένα για ομορφιά με φτάνουν…
κατ’ αλλού γυρίζουν την όρασή μου
κι όσα βλέπω αμοίραστα μένουν·

Κατ’ αλλού γυρίζει το πρόσωπό μου
και η θέλησή μου χαίρεται να ακολουθεί·

Κατ’ αλλού τρέχει ο λογισμός μου
από τα στενάχωρα μέσα που έρχεται και βγαίνει με άλματα
σε ανοιχτές πεδιάδες καταφεύγουν οι σκέψεις μου
σε ηλιόλουστα, σε ασυννέφιαστα λιβάδια μέσα με πηγαίνουν·
Κατ’ αλλού τρέχουν οι σκέψεις μου, αδύναμος να τις κρατήσω
δεν νογούν χαλινάρι
πίσω τους βαδίζω εγώ·

Ψυχή χωρίς ρίζες
κατά κει, κατά δω, κατά παντού τρέχει ο λογισμός μου
να κυριέψει τη σταθερότητα·
ο κόσμος, γέμισε ξαφνικά με τον εαυτό μου·

Απανταχού λογισμός
παντού είμαι
τείνοντας να ορίσω τον εαυτό μου ως συνείδηση.



24 Νοεμβρίου 2018

Όροφος δεύτερος






Μ’ αγαπάς; Ρώτησε η Λ. τον Τ. μια νύχτα ξαπλωμένη δίπλα του. Ο Τ. το σκέφτηκε λιγάκι κι ύστερα το σκέφτηκε λιγάκι περισσότερο·δεν έφτασε στο στόμα του ένα ναι δεν έφτασε ένα όχι, στο άκουσμα της ερώτησης κάτι σαν εξήγηση ανέβασε η ψυχή του, κάτι σαν ανάλυση, ένιωσε να μπαίνει μέσα σε ένα σκοτεινό τούνελ και το απέφυγε. Ενώ η φωνή της Λ. είχε ακουστεί βαθιά, σιγανή με έντονο χρώμα, σαν να είχε κάτι ξεχασμένο στο βάθος, παράπονο, απορία, ακόμα και ήττα.

Να απαντήσει ο Τ. αυθόρμητα, ευχάριστα, ανεμπόδιστα και κελαιδιστά με ένα ναι δεν μπόρεσε. Κάπου η αγάπη του για τη Λ., με τον καιρό, είχε μπλέξει στα γρανάζια της γραφειοκρατίας, όμως ένιωσε την ερώτησή της σαν χαστούκι και του ξύπνησε μια εγκυκλοπαίδεια σκέψεις· και όλη η ζωή του δεν θα έφτανε για να την απαντήσει.

Κι όμως κάποτε την είχε αγαπήσει, ο γάμος τους ήταν καρπός αγάπης, όχι έρωτα, αγάπης.
Κι ύστερα πάφ, όλα σκοτείνιασαν, αργά, ύπουλα τα σκέπασε ο χρόνος. Η δροσιά χάθηκε, ο ενθουσιασμός χάθηκε, ακόμα και μέρος των σωμάτων χάθηκε, και η ζωή, που είχε ορμήσει ξαφνικά από ένα ανοιχτό παράθυρο…δεν επέτρεψε περαιτέρω πολυτέλειες.

Μετά η Λ. είπε: τι κάνουμε εδώ πίσω; Ο Τ. δεν την κατάλαβε. Κι όμως η Λ. το είπε καθαρά, με σιγουριά, με βεβαιότητα, το ένιωθε πως η ζωή τους είχε ξεπεράσει, τους είχε προσπεράσει.
Ο Τ. δεν απάντησε, ζήτημα είναι αν την κατάλαβε. Η Λ. σηκώθηκε, άναψε ένα λαμπατέρ κι άρχισε να ψηλαφίζει τους τοίχους και κάπου κάπου να στήνει το αυτί της σε αυτούς, σαν να προσπαθήσει κάτι να ακούσει.

Τι κάνεις εκεί; Είπε ο Τ. ελαφρώς εκνευρισμένος. Σσσς, μη μιλάς, του είπε εκείνη, ψηλαφίζω τους τοίχους, ψάχνω τη ρωγμή. Ακούς; Ακούς; του είπε, με κάπως τρελά μάτια και κάπως δαιμονισμένα, κυλούν νερά απέναντι.

Ο Τ., όχι ζήτημα είναι αν κατάλαβε αυτή τη φορά, αλλά δεν κατάλαβε απολύτως τίποτα. Οι γείτονες ξέχασαν ανοιχτή τη βρύση της μπανιέρας, είπε.
Φτωχέ, φτωχέ! Του είπε η Λ. μα καλά, κουφάθηκες τελείως, δεν ακούς τα νερά που κελαρύζουν;
Ο Τ. χασμουρήθηκε, νυστάζω είπε.
Και κοιμισμένος εσύ νυστάζεις, γύρισε και του είπε. Και μετά συμπλήρωσε: πρέπει να δραπετεύσω, θα έρθεις μαζί μου;
Ο Τ. σκέφτηκε κάτι έξυπνο, γιατί δεν βγαίνεις από την πόρτα; Της είπε.
Η Λ. απάντησε: έχω βγει χιλιάδες φορές από την πόρτα και πάντα ήμουν μέσα, αυτή τη φορά πρέπει να βγω έξω από τον τοίχο. Μετά, γύρισε, έκανε τρία βήματα προς εκείνον και τον κοίταξε με έκπληξη, που είσαι; του είπε. Εδώ, απάντησε εκείνος, γίνε πιο σαφής, είπε εκείνη.
Μετά, είπε: κοίτα, κοίτα, κάποιος έχτισε ανάμεσά μας μια μεσοτοιχία. Ο Τ. άπλωσε το χέρι του, σε αγγίζω, της είπε. Τι ψέμα, τι ψέμα! Είπε η Λ. Έχεις να με αγγίξεις χρόνια! Προχθές κάναμε έρωτα, της είπε εκείνος. Έχεις να με αγγίξεις χρόνια, είπε η Λ.

Κάθισε στο κρεβάτι και άναψε ένα τσιγάρο. Τράβηξε μια βαθιά τζούρα και κοίταξε περίεργα το ταβάνι. Πόσους ορόφους έχει από πάνω; Τον ρώτησε. Μένουμε στον δεύτερο, είπε εκείνος. Η Λ. Δυσπίστησε. Είσαι βέβαιος πως ζούμε στον δεύτερο; Και πως το υπολογίζεις; Του είπε.
Κάτω μας είναι ο πρώτος και πιο κάτω το ισόγειο. Έχει και υπόγειο αυτή η πολυκατοικία;
Ρώτησε η Λ.
Έχει.
Ζουν άνθρωποι εκεί;
Άνθρωποι…ποντίκια, δεν ξέρω, είπε ο Τ.
Θέλω να κατέβω μια νύχτα στο υπόγειο να δω.
Έχει υγρασία, έχει και μούχλα, της είπε.
Και εδώ έχει υγρασία, και εδώ έχει μούχλα, είπε εκείνη. Κρυώνω, αγκάλιασέ με λίγο.
Ο Τ. την αγκάλιασε.

Θέλεις ακόμα να δραπετεύσεις κουτή, της είπε μετά.
Ναι, θέλω, είπε εκείνη.
Με γιατί, καλά δεν είμαστε εδώ, ζεστή κάνει, είπε εκείνος.
Είμαι περίεργη, είπε εκείνη, θέλω να δω τι υπάρχει έξω.
Δεν υπάρχει τίποτα έξω, είπε εκείνος σαν να την μάλωνε, εδώ είμαστε καλά, όροφος δεύτερος.

Εκείνη είπε με νόημα: όροφος πνιγμού δεύτερος. Κι ύστερα είπε βαθύτερα: θέλω να πετάξω.
Ο Τ. ανησύχησε. Δοκίμασε και η Ε. προχθές και είδες τι έπαθε...
Ποια είναι η Ε;
Α, δεν τα έμαθες, η ιδιοκτήτρια του τρίτου, ανέβηκε στην ταράτσα και δοκίμασε να πετάξει.
Δεν τα κατάφερε;
Φυσικά όχι, έπεσε με έναν γδούπο στην άσφαλτο, αυτοκτόνησε είπαν οι ειδικοί, είχε προβλήματα, εκείνη άφησε μόνο ένα σημείωμα. Θα δοκιμάσω, έγραφε, να πετάξω.

Η Λ. σηκώθηκε ξανά κι άρχισε να βηματίζει νευρικά μες στο δωμάτιο, δεν μπορούσε να ανασάνει, άρχισε να ψηλαφίζει ξανά τους τοίχους και να παραμιλά έντονα, πρέπει να δραπετεύσω, πρέπει να δραπετεύσω έλεγε διαρκώς και εκνεύρισε τον Τ.
Που τελικά της είπε: Πήρες τα χάπια σου απόψε;

Η Λ. είπε: είμαι σαράντα τριών ετών και εφτά ημερών.
Μετά γύρισε και τον είδε με ένα παράξενο βλέμμα. Ξέρεις, πως αν δεν βρω τη ρωγμή κι εγώ θα πεθάνω.
Θα δοκιμάσεις και εσύ να πετάξεις; Είπε εκείνος ειρωνικά.
Ναι.
Για ποιο λόγο; Εσύ είσαι λογική, δεν θα το κάνεις.
Κανείς δεν ξέρει γιατί οι άνθρωποι δοκιμάζουν να πετάξουν, δεν υπάρχει λόγος γι’ αυτό, νομίζω – και είπε αφού το σκέφτηκε λιγάκι – πως είναι στον άνθρωπο κι εγώ είμαι από αυτούς. Το ξέρω, μη με ρωτήσεις πως το ξέρω, αν το έχεις το ξέρεις.
Μετά ένιωσε να ασφυκτιά, ένιωσε κάτι σαν δυσφορία και της ήρθε να ουρλιάξει. Όρμησε πάνω του κι άρχισε να τον χτυπά με γροθιές. Όμως ξαφνικά σταμάτησε και μίλησε μόνη της. Όχι, δεν φταις εσύ, είπε, χρειάζεται μόνο να βρω τη ρωγμή, κι άρχισε να ψηλαφίζει ξανά τους τοίχους.

Κι είπε με μεγάλη δυσκολία: έχω, έχω, εκείνο το απαίσιο αίσθημα της θαμμένης ζωντανής.
Όμως μετά, κάτι διαβολικό έλαμψε στα μάτια της. Θα μου βρεις έναν νεαρό εραστή; Του είπε.
Μετά γδύθηκε κι έριξε το νυχτικό της πάνω στον καθρέφτη. Άρχισε να κάνει βόλτες μπροστά του, σου αρέσω; Σου αρέσω; Του έλεγε.
Ύστερα κάθισε σε μια καρέκλα, κουλουριάστηκε κι έβαλε τα κλάματα.
Τρελή, είπε εκείνος.

Μετά το κλάμα της ήταν ανακουφισμένη. Ώστε η Ε. δοκίμασε να πετάξει ε; είπε σαν το άκουσε εκείνη τη στιγμή.
Ναι, πήγα στην κηδεία της, προχθές τη θάψανε, σαράντα εφτά ετών, υγιέστατη και πλουσιότατη, όμως γεροντοκόρη και τρελή, ήταν καιρό μόνη και απομονωμένη, ξέρεις, της καρφώθηκε μια ιδέα και πουφ! Το έκανε το σάλτο.
Η Λ. είπε: τη ζηλεύω.
Ο Τ. είπε: πάρε τα χάπια σου και έλα να κοιμηθούμε, έχω δουλειές αύριο.
Η Λ. τον κοίταξε και του είπε: Με αγαπάς;
Δεν ξέρω, είπε εκείνος, και μετά, καθώς γύριζε πλευρό κάτι μουρμούρισε, κάτι σαν καλά, εντάξει, σε αγαπώ, μια αγγαρεία περισσότερο. Ύστερα από λίγο ροχάλιζε.

Η Λ. έβαλε ένα βερμούτ και έπινε, ύστερα άλλο ένα, άναψε και τσιγάρο, τρία στη σειρά, και κοίταζε περίεργα τους τοίχους όλη νύχτα. Σηκώνονταν, τους ψηλάφιζε κι ύστερα πάλι κάθονταν,

Και κάπου κάπου έλεγε: ώστε η Ε. δοκίμασε να πετάξει έ, κοίτα να δεις...



23 Νοεμβρίου 2018

Παραθαλάσσια βόλτα




Θυμάμαι ήταν σκοτεινά τότε κι ήμουν μόνος, τον κόσμο τον είχε τυλίξει ένα σύννεφο κι ήταν καλοκαίρι. Ήμουν μόνος, αλλά θαρρώ το είπα ήδη αυτό.

Ο κόσμος είχε ραγίσει κι άξαφνα, σε μια παραθαλάσσια βόλτα, μια ιδέα με χτύπησε στο μέτωπο σαν κεραυνός. Είπα θέλω αυτό, όμως ήταν αδύνατον να θέλω εκείνο, και μόλις είπα θέλω αυτό όρμησαν μυριάδες σκέψεις να το αφανίσουν. Όμως εγώ το είδα για μια στιγμή  και κράτησα το βλέμμα μου καρφωμένο εκεί. Τον επόμενο καιρό όλοι μου είπαν πως ήταν αδύνατον, σχεδόν λογικά αδύνατο, κι όχι μόνο οι άλλοι, αλλά και ένα μέρος του εαυτού μου συμφωνούσε μαζί τους – ή έκανε πως συμφωνούσε.

Ο καιρός πέρασε, κι εγώ πέρασα μαζί με τον καιρό, μάλλον εκείνο το κομμάτι μου που διαφωνούσε με την απόφασή μου… άρχισε να περνά. Λιγόστευε, και το αδύνατον… άρχισε αρχικά να φανερώνει ελπίδες. Ωστόσο, μέσα στην μεγαλύτερή μου αδυναμία, φάνταζε με υπεροχή και φωσφορούχα γράμματα κεφαλαία και με πυργωμένο το κεφάλι του… έλεγε ΑΔΥΝΑΤΟΝ!

Με έλιωσε αυτό, το κοίταξα από όλες του τις μεριές, το εξέτασα με κάθε μικροσκοπικό μικροσκόπιο να βρω αδυναμίες στο αδύνατον και διαπίστωσα πως τελικά, το αδύνατον είχε κι αυτό τις αδυναμίες του.

Πέρασε κι άλλος καιρός και με πλησίασε ένας, ξέρεις, μου είπε, δεν είναι τελικά και τόσο αδύνατον. Εκείνο, το αδύνατον, και μόνο στο άκουσμά του αγρίευε, πέταγε από τα ρουθούνια φωτιές. Εγώ, με πείσμα μικρού παιδιού, έλεγα θέλω αυτό και το έλεγα ακόμα κι όταν δεν το ήθελα - ιδιαίτερα τότε.

Πέρασε κι άλλος καιρός και με πλησίασε άλλος ένας, ας το σκεφτούμε λιγάκι είπε, και τότε διαπιστώσαμε, πως εκείνο το αρχικά αδύνατον, είχε ακόμα και έλλογο σκεπτικό υλοποίησης, είχε ακόμα και μαθηματική εξίσωση τεκμηρίωσης, είχε και βηματισμό, είχε και τρόπο. Όμως το αδύνατον, σιγά σιγά τα φανέρωνε, φανέρωνε τις αδυναμίες του.

Να μην τα πολυλογώ πέρασε κι άλλος καιρός, κι εκείνο το ίδιο που μια σκοτεινή συννεφιασμένη μέρα τόσο αδύνατον μου παρουσιάστηκε… και στάθηκα μόνος μου κι αδύναμος μπροστά στην ανυπέρβλητή του ισχύ…
Τόσο το πάλεψα… που στο τέλος έγινε κάτι συνηθισμένο, κάτι βαρετό, κάτι που το πετυχαίνει κανείς μέχρι να ανοιγοκλείσει τα μάτια - έγινε καθημερινότητα.

Και με έφτιαξε, με ακόνισε, με δυνάμωσε, με συγκέντρωσε, εκείνο που μια μέρα συννεφιασμένη σαν επιφοίτηση στο μέτωπο με χτύπησε και φώναξε με όλη του τη λύσσα: ΑΔΥΝΑΤΟΝ! Μακιγιαρισμένο, ολόκληρο μια προσωπίδα και τρομερό.

Τίποτα. Θα μπορούσα να βάλω τον πιο υψηλό στόχο και πάλι θα τον βαριόμουνα, ίσως τελικά πέθαινα από πλήξη. Αρκεί να καταλάβαινες πως πάει και στέκει το τέρας, ποια θέση παίρνει και πως τοποθετείται στην αντίθετη του θέλω σου σκέψη, και να ήξερες πως ξεδιπλώνεται, πως το τέρας χιμάει, πως σου ορμάει τις νύχτες, πως και πως…

Να μπορούσε να διάβαζες και να μάθαινες όλες τις ιδιότητες του τέρατος, της αντίθετης του θέλω σου σκέψης, σαν να διάβαζες το μυαλό του διαβόλου θα ήταν τότε.

Γιατί εμένα, σε εκείνη την παραθαλάσσια βόλτα, ήρθε και με χτύπησε κατακούτελα το φως.
Τίποτα άλλο δεν είπε, παρά μόνο βλέπε με! 

Κι ύστερα σκεφτόμουν τον Ιησού που έλεγε κάποτε - κι ακόμα λέει: Μείνετε πιστοί στο φως, για να γίνετε παιδιά του φωτός!

22 Νοεμβρίου 2018

Η Φωνή






Και η φωνή είπε: τι θα κάνεις τώρα;
Ο άνθρωπος είπε: θα συνεχίσω.
Και η φωνή για να τον πλανέψει είπε:είναι πολλά τα βάσανα.
Ο άνθρωπος είπε: δεν έχουν αριθμό, δεν τα μετράει κανείς.
Η φωνή είπε: δεν θα τα καταφέρεις,
ενώ ο άνθρωπος είπε: δεν υπάρχει κάτι να καταφέρω,
δεν πρόκειται για στοίχημα, ζω, ανάμεσα σε όλα,
βρίσκω στιγμές δικές μου, τωρινές, μακρινές κι άλλες παλιότερες.
Κι η φωνή, για να τον τρομοκρατήσει άνοιξε πελώριο το στόμα της κι έδειξε τα μυτερά της δόντια
μα ένα παιδί τη φίλησε στο στόμα
και ο φόβος χάθηκε.

Η φωνή άλλαξε, κι άρχισε να αλλάζει σχήματα και μορφές
αν δεν με φοβάσαι έτσι, θα με φοβηθείς αλλιώς, είπε,
και θα βρω εγώ τρόπο να σε νικήσω
έτσι ηττημένος θα πεθάνεις, μέσα στην πικρία και τα παράπονα, ανεκπλήρωτος και πλακωμένος κάτω από το όνειρό σου,
και ο άνθρωπος είπε: μου φωτογραφίζεις θρήνο και με απειλείς
με πράγματα που ήδη τα έκλαψα
και η φωνή είπε: εγώ ειμί ο θεός ο παράδοξος
και ο άνθρωπος είπε: στάσου να σε χαϊδέψω λιγάκι κάτω από το πηγούνι να εξημερωθείς γιατί με γάτα μοιάζεις
θεός είσαι που τρέχεις μακριά μου σαν χαρταετός,
κι η φωνή είπε: είναι ψηλά η κορυφή και κάθε που τη φτάνεις ψηλώνει
κι ο άνθρωπος είπε: το ξέρω πως δεν υπάρχει κορυφή αλλά δόλωμα στην κορυφή
κι η φωνή είπε: με τα γόνατα θα έρθεις σε εμένα
κι ο άνθρωπος της έβγαλε τη γλώσσα του και της είπε: ας παίξουμε.

Η φωνή είπε θα χαθείς
ενώ ο άνθρωπος της είπε θα χαθείς
ενώ εκείνη έπεσε ανάσκελα και κυλίστηκε στο χορτάρι
και είπε του ανθρώπου: δέχεσαι την πρόκληση να με πιάσεις;
κι ο άνθρωπος είπε: την πρόκληση τη δέχομαι
ζωή μου αυτή η πρόκληση είναι
και η φωνή είπε: έλα σε μένα έλα σε μένα κι ακούγονταν μαγική
κι ο άνθρωπος σκέφτηκε: νά που κυνηγώ την άπιαστη μαγεία
και γίνομαι θρύλος.

Η φωνή είπε: η δύναμη να βρεθεί.
Ο άνθρωπος σκέφτηκε: όλα λοιπόν γίνονται για τη δύναμη
Κι η ηχώ είπε: για τη δύναμη… για τη δύναμη…
Κυνηγώ φωνές, σκέφτηκε ο άνθρωπος, πράσινες, γαλάζιες φωνές
και αναπαραστάσεις αβύσσου
σαν λαγό με κυνηγούν τα σκυλιά
και ο κορυφή βυθίζεται μέσα μου
ενώ η φωνή είπε μοχθηρά: ελπίζεις ακόμα μικρέ άνθρωπε;
Ο άνθρωπος γέλασε και κρατήθηκε από το γέλιο του
ενώ η φωνή είπε με ένα καρφί: θα πεθάνεις!

Ενώ ο άνθρωπος είπε: την ευτυχία να δω!
Κι η φωνή έλεγε: με το αίμα σου θα την πληρώσεις.
Ας είναι έτσι, είπε ο άνθρωπος, ας είναι αλλιώς, ας είναι όπως είναι,
εγώ δίνω τη σημασία.

Κι είπε ο άνθρωπος: ακούγεσαι δυνατή, μάλλον μπορείς να με σκοτώσεις
όμως δεν μπορείς να με σταματήσεις
κι η φωνή είπε: αχ μικρέ άνθρωπε, τρελέ και παράλογε
χρειάζεται να νικηθείς, καθαρά δεν το βλέπεις;

Ό άνθρωπος είπε: έλα μαζί μου
κι η φωνή έτρεξε πίσω του.
Παρακάτω της είπε: δώσε μου το χέρι σου
Και η φωνή έδωσε στον άνθρωπο το χέρι της.

21 Νοεμβρίου 2018

Περπάτημα Αυτογνωσίας







Δεν έχω ιδέα για το ποια ζωή μου ταιριάζει, αν το σκεφτώ σίγουρα δεν βγάζω άκρη, θα περιπλανιέμαι αιώνια ανάμεσα στις πολλές μου τάσεις, για το ένα για το άλλο, ανάμεσα στις πολλές ροπές, που πολλές φορές δεν μπορείς να διακρίνεις την εφαπτομένη σου. Όμως μέσα στον τούτο τον κόσμο τον σκόρπιο... υπάρχει μια ζωή που μου ταιριάζει γάντι. Από το θέλω δεν πρόκειται ποτέ να τη βρω, το θέλω μου με παραπλανά διαρκώς, παίρνει και ανεβάζει υλικό στη σκέψη μου από διάφορες σκοτεινές γωνιές μου, το θέλω μου δεν θέλει να με εκπληρώσει, περισσότερο λαμβάνει υπόψη του τα μάτια των άλλων. Το θέλω μου θέλει να με φτιάξει στα μάτια των άλλων, το έχω συλλάβει πολλές νύχτες να μου καταδεικνύει ως σωστό, ένα σωστό που ούτε γαληνεύει ούτε ειρηνεύει την ψυχή μου. Είναι ένα σωστό που βέβαια λέει και δείχνει ψηλά, αλλά μου αφήνει κενά. Καταλήγω, πως άλλο πρέπει να θέλω εγώ για μένα άλλο τα μάτια του κόσμου για μένα. Όμως τί θέλω εγώ για μένα και τί τα μάτια του κόσμου για μένα; Θα προσπαθήσω να απαντήσω στο δίλημμα.

Καταρχάς σκέφτομαι τί είμαι εγώ, ώστε από αυτή τη βάση να καταλάβω και τί θέλω εγώ. Αν το τί είμαι εγώ δεν το ξέρω πως θα ξέρω το τί θέλω εγώ; Αδύνατον.  

Αν εγώ λοιπόν είμαι η ψυχή μου, τότε αυτό που θέλω η τάση το δείχνει καθαρά. Θέλω την απομόνωση, η ψυχή μου θέλει την απομόνωση. Όμως ας το κάνω λιγάκι πιο κατανοητό. Η ψυχή μου, η φύση μου δηλαδή, την μοναχικότητα θέλει, έτσι καλεί το αίμα μου κι έχει λόγο γι' αυτό. Αν ακολουθήσω τη διάθεσή μου, και μείνω πιστός στο κατρακύλισμά της, χωρίς αντίσταση και αποπροσανατολισμούς, χωρίς δικές μου επεμβάσεις και νοθείες αλλά ακούσω ξεκάθαρα την καρδιά μου και αυτό πω δρόμο μου... τότε με ρίχνει κατευθείαν μέσα στην αγκαλιά και την καρδιά του θεού.
Συμπεραίνω λοιπόν, πως ο προορισμός της καρδιάς μου - κατόπιν αφαίρεσής μου - είναι να πάρει τα μάτια μου ο θεός, και αυτό γιατί, κατά πως φαίνεται, δικά Του είναι και τα θέλει πίσω, με όσα σημαίνει αυτό.

Όμως δεν είμαι Μοναχός, δεν είμαι Καλόγερος, όμως δεν είμαι;

Ψέματα λέω, είμαι Μοναχός, είμαι Καλόγερος, ίσως μάλιστα να είμαι και Παπάς, άσχετο αν δεν φορώ ράσο. Μάλιστα, έχω την ίδια γνώμη για όλους τους ανθρώπους, θηλυκούς και αρσενικούς, πως όλοι είναι Μοναχοί και Καλόγεροι, όμως μέσα τους, βαθιά, στο τελικό τους βάθος, τη φύση τους.
Ελάχιστοι βέβαια τούτη τη φύση την υπακούν, όμως αυτό δεν σημαίνει πως δεν είμαστε Μοναχοί και Καλόγεροι και Καλογριές και Μοναχές, σημαίνει μόνο πως αντιστεκόμαστε σε αυτό που είμαστε- ίσως αρκούσε μια συμφορά στον καθένα για να το βρει και να το καταλάβει. Όμως θεέ μου, μη δώσεις μια τέτοια συμφορά στον καθένα.

Πολλές συνταγές ζωής, σίγουρα, όμως ποια είναι η πλήρης; Και μετά, πολλές φορές τούτον τον Μοναχισμό τον είδα ως δειλία. Είναι δειλία; Όχι, δεν θα κρίνω, δεν θα γίνω άλλος ένας κριτής, θα πω είναι επιλογή, κι αφού πω είναι επιλογή θα στηρίξω τις επιλογές των άλλων για να έχω επιλογή. Όμως τί είναι επιλογή και τι είναι της ψυχής μας ξέφτι; Κι αν ο κόσμος και τα μάτια του μας υποκινούν... τί φταίει ο κόσμος; αυτός αθώος είναι. Ζούμε σε έναν αθώο κόσμο, αν αθωωθούμε θα το δούμε καθαρά.

Κι εγώ ξέρω ποια ζωή μου ταιριάζει, την έχω δει σε ένα μικρό όραμα, είναι μια ζωή χωρίς παράπονο χωρίς πικρία για τον κόσμο. Είναι μια δικιά μου ζωή που εφάπτεται τέλεια σε εμένα. Δεν τη βρήκα με τη σκέψη, δεν θα την έβρισκα ποτέ με τη σκέψη, μην το προσπαθήσεις με τη σκέψη, θα πλανηθείς, η σκέψη θα πάρει υλικό από τον κόσμο μας για να σου πει ποιος τελικά είσαι. Το ποιος είσαι, το ποια ζωή γάντι σου ταιριάζει, μπορεί μόνο να σου αποκαλυφθεί. Άλλωστε αυτό είναι το όραμα: Μια Αποκάλυψη!

Και θα υλοποιηθεί. Γιατί μοιάζει σαν δικό σου να μην είναι, αλλά το μέγα ιερό βάθος στο αποκάλυψε, και τούτο έχει σύμμαχο, το σύμπαν, το θεό, το φως της οικουμένης.
Αυτό που αληθινά είμαι, αυτό που τέλεια μου ταιριάζει, η ζωή που δεν αφήνει περιθώριο - ή που όλη ένα περιθώριο είναι - μια υποψία μόνο στο βάθος που έμαθα να την αρνούμαι, γιατί έδειχνε τον δύσκολο δρόμο. Όμως ήταν μόνο που χρειαζόμουν δύναμη αποδοχής.
Και ο δύσκολος δρόμος, έγινε τόσο εύκολος και χαρούμενος, αφού εξ απαρχής κόσμου, ήταν ο δρόμος της ευτυχίας μου.

Έχει και πράγματα αυτός, και ανθρώπους, όμως ήδη ο σκοπός μου είναι ένα ολοκληρωμένο συναίσθημα μέσα μου, που απομένει μόνο να εκδηλωθεί, και θα το κάνει, αφού εγώ τραβηχτώ σε μια γωνιά, το σύμπαν μέσα μου αναλαμβάνει τα πάντα.
Και το κάνει. Από τη γωνιά που έχω τραβηχτεί και βρίσκομαι, το βλέπω πως τέλεια το κάνει. Έτσι, που καταλήγω να λέω, πως το ζήτημα όλο της ζωής μου, ήταν να καταφέρω να τραβηχτώ σε τούτη την μικρή απόμερη γωνιά, από εδώ βλέπω όλη τη μυστική δράση και των αγγέλων την κυκλοφορία και τη διέλευση των ειδήσεων.

Ίσως βέβαια να κάνω λάθος, όχι όμως για μένα αλλά για εσάς. Τούτο είναι το δικαίωμα που σας παραχωρώ: Το δικαίωμα για εσάς να είμαι λάθος!  Όμως αυτό δεν έχει να κάνει με την αγάπη σας, έτσι δεν είναι; Δεν μπορείτε να πείτε είσαι λάθος γι’ αυτό δεν σε αγαπούμε. Μπορείτε να το πείτε; Δεν μπορείτε. Γιατί στην αγάπη σας δεν υπάρχει λάθος ώστε λάθος να με βρείτε. Και μετά εγώ, αν λάθος γίνομαι, γίνομαι ένα ολοκληρωμένο λάθος και σε αυτή την ολοκλήρωση δεν υπάρχει περιθώριο λάθους. Μπορώ να είμαι μόνο ολόκληρος λάθος και αυτό στον  καθρέφτη είναι το μόνο σωστό που μπορεί άνθρωπος να χαρεί.

Σας παραχωρώ λοιπόν το δικαίωμα να είμαι λάθος και έτσι κατακτώ το δικαίωμα να είστε λάθος, αλλά μέσα στο λάθος σας την αγάπη σας να σημαδεύω. Γιατί εγώ κριτής σας δεν θα γίνω, ούτε πιστεύω πως ο Θεός κάποτε θα σας κρίνει, επειδή η κρίση, ανήκει αποκλειστικά  στον ανθρώπινο νου.

20 Νοεμβρίου 2018

Μικρός & μεγάλος νους






Να είσαι αυθεντικός να είσαι αληθινός, μάλλον σημαίνει να είσαι τίμιος με τα αισθήματά σου, που σημαίνει να είσαι τίμιος, που με τη σειρά του μάλλον σημαίνει, να έχεις κάποια αισθητική για το συμφέρον σου.
Να είσαι αυθεντικός να είσαι αληθινός, μάλλον σημαίνει να μην εξαπατάς τον εαυτό σου, που με τη σειρά του σημαίνει με ποιον τρόπο διαχειρίζεσαι την ανάγκη σου, όλα αυτά σημαίνουν τί σε εξωθεί.

Να προσπαθείς να έχεις κέρδος είναι φυσικό, να ξέρεις το κέρδος σου έχει να κάνει με το χρόνο. Το βραχύ κέρδος είναι ατομικό συμφέρον και είναι απάτη κατά του εαυτού, το μακρύ κέρδος είναι συμφέρον της ψυχής, που υπολογίζει όλο το χρόνο της ζωής. Το μακρύ κέρδος δεν γυρίζει πίσω και δεν πέφτει στο μη κέρδος, είναι πορεία κέρδους και δεν σκαλώνει στα μικρά.

Το μακρύ κέρδος αποφασίζει με το συναίσθημα, το κοντό με την πονηρία. Το μακρύ κέρδος ακολουθεί την καρδιά, όταν είναι καλά η ψυχή, το συναίσθημα, υπάρχει γενικό και συνολικό κέρδος. Όταν δεν είναι καλά η ψυχή, το συναίσθημα, υπάρχει κοντόθωρο κέρδος, αυτό το κέρδος είναι χάσιμο των άλλων. Ενώ το μακρύ κέρδος είναι κέρδος όλων.

Είναι κέρδος όλων, πρώτα επειδή κερδίζει η κοινωνία ένα άτομο που σκέφτεται σωστά και παραγωγικά, ενώ το κοντό κέρδος, είναι εγωιστικό και κλειστό, είναι κοντός νους.

Ο μεγάλος νους προσπερνά το μικρό κέρδος, ο μικρός νους σκοντάφτει στο μικρό κέρδος, ο μεγάλος νους βλέπει, ο κοντός είναι τυφλός. Ο μεγάλος νους βλέπει πίσω από το μικρό κέρδος, ο κοντός νους σταματά στο μικρό κέρδος σαν μπροστά σε τοίχο. 

Ο μεγάλος νους δεν θέλει κτήμα του, ο κοντός χρειάζεται να έχει. Ο μεγάλος νους αισθάνεται το μικρό κέρδος ως εμπόδιο, στην καλύτερη περίπτωση ως χρηστικό, οι μικρός νους το αισθάνεται τελικό και με λαχτάρα. Ο μεγάλος νους αισθάνεται το μικρό κέρδος ως ήττα, ο μικρός νους το αισθάνεται ως νίκη.

Ο μικρός νους αισθάνεται – και το έχει ανάγκη – να είναι συχνά ικανοποιημένος, ο μεγάλος νους είναι ο ικανοποιημένος νους. Ο μικρός νους βρίσκεται πάντα σε αγωνία και προσπαθεί, ο μεγάλος εμπιστεύεται και ξέρει. Ο μεγάλος νους συχνά χαρίζει σιωπηλό το μικρό κέρδος στο μικρό νου, επειδή γνωρίζει πως αυτό φέρνει στον μικρό νου χαρά, και το κάνει χωρίς να το θίξει. 
Ο μεγάλος νους, συχνά χαρίζει στον μικρό νου, εκείνο που θέλει ποθεί και λαχταρά και χαίρεται που τον βλέπει χαρούμενο, ο μεγάλος νους είναι μεγαλόψυχος, η μικρότητα είναι γι’ αυτόν ασθένεια του νου. Ο μεγάλος νους είναι διακριτικός, ο μικρός κουδουνίζει.

Η μικρή σκέψη φέρνει το μικρό κέρδος, η μεγάλη σκέψη το μεγάλο κέρδος. Όταν η μεγάλη σκέψη τρώει την μικρή είναι μικρή σκέψη. Οι σκέψεις δεν είναι σαν τα ψάρια, όταν είναι σαν τα ψάρια δεν ξεχωρίζουν μεταξύ τους, μικρές μεγάλες είναι όλες ψάρια, επειδή μικρά και μεγάλα ψάρια… ψάρια είναι.

Ό,τι παράγει η θάλασσα είναι θαλασσινό κι ό,τι παράγει ο ουρανός ουράνιο είναι. Ό,τι παράγει η γη χωμάτινο είναι, κι ό,τι παραχθεί ένα εκατοστό πάνω από τη γη είναι αιθέριο. Ό,τι ακουμπά στη γη έχει πόνο, ό,τι σηκωθεί από τη γη έχει χαρά. Ό,τι έχει τέσσερα πόδια περπατά στη γη, αλλά και ό,τι έχει δύο πόδια στη γη περπατά, μόνο εκείνο που πετά είναι ασύλληπτο.

Ο μικρός νους θέλει, ο μεγάλος μπορεί. Ο μικρός νους είναι δέσμιος, ο μεγάλος αδέσμευτος. Ο μικρός νους κρατιέται στη γη, ο μεγάλος αιωρείται, ο μεγάλος ξέρει καλύτερα τη γη γιατί την κοιτάζει από ψηλά, ο μικρός τη ζει. Ο μεγάλος νους έχει θέα της ζωής, ο μικρός στενή επαφή. Ο μεγάλος νους ζει ανάμεσα στη γη και τον ουρανό, ο μικρός μόνο στη γη.

Ο μικρός νους αισθάνεται καταδικασμένος, αλλά και ο μεγάλος νους αισθάνεται καταδικασμένος από τον μικρό νου. Η καταδίκη του μικρού νου είναι και καταδίκη του μεγάλου νου. Ο μικρός νους χρειάζεται να μικρύνει τον μεγάλο, ο μεγάλος αισθάνεται να θέλει να μεγαλώσει τον μικρό νου κι αυτή είναι η δικιά του καταδίκη.
  
Ο μικρός νους υποφέρει από τον εαυτό του, ο μεγάλος νους υποφέρει από τον εαυτό του μικρού νου. Και έτσι ήταν από πάντα.



Η Δίψα

Δεν ξέρω καλή μου, δεν ξέρω, αλλάζω βαθιά Περπατώ πλέον πάνω σε τριγμούς σταφυλιών Νέοι κόσμοι μου αποκαλύπτονται διαρ...