31 Δεκεμβρίου 2018

Πρωτοχρονιάτικη Ιστορία






Η κ. Μ. κάθε μέρα έβγαινε για ψώνια στην αγορά. Μια μεσήλικη γυναίκα ήταν που ζούνε μόνη της, όχι πως ψώνιζε τίποτα, ένα καροτσάκι με ροδάκια μόνο έβγαζε βόλτα, όπως άλλοι βγάζουν βόλτα το σκυλί τους. Ήταν απλώς η καθημερινή της ασχολία αφού δεν είχε τίποτα άλλο να κάνει, ήταν η επαφή της με τον κόσμο, σχεδόν όλο το νόημα της ζωή της αυτή η βόλτα στη λαϊκή.
 Αν τύχαινε και τη χαιρετούσε κάποιος έβγαζε φτερά, ένιωθε να υπάρχει εις διπλούν, τόση η μοναξιά της.

 Η κ. Μ. τα έβγαζε πέρα με μια μικρή σύνταξη, καμιά φορά έριχνε μέσα στο καλάθι της και μερικές σαλάτες, εκτός από τις μόνιμες εφημερίδες που υπήρχαν εκεί για να το φουσκώνουν. Κι είχε μια κόρη, κανείς δεν το γνώριζε και σε κανέναν δεν το έλεγε πως είχε μια κόρη. Είχε λοιπόν ένα πικραμένο παιδί, παιδί εξωσυζυγικής σχέσης από τα χρόνια της νεότητάς της.

Μια μέρα έπεσε, εγώ τη σήκωσα, την έπιασα προσεκτικά από το χέρι και τη σήκωσα, νόμιζα σήκωνα ένα βουνό, τόσο βαριά η ζωή της. Στο μέρος που έπεσε η γη άφησε σημάδι και νομίζω, εκείνη την πτώση, η κ. Μ. την είχε δει σαν ευκαιρία να μην σηκωθεί ξανά, άλλωστε τι να κάνει να σηκωθεί; που να πάει;

Εκεί που έπεσε εκεί στάθηκε, θαρρώ μέσα της έλεγε τον θεό πάρε με τώρα! Τρεις ώρες ήταν εκεί, δεν είχε δα και κανένα κάταγμα, ένα επιφανειακό γδάρσιμο όλο κι όλο. 'Όμως φαντάστηκα πως είχε μαζευτεί πολύς κόπος, αιώνων κόπος, και σαν έπεσε, θαρρώ ένιωσε σαν να αναπαύτηκε επιτέλους. Όμως τίποτα, κανείς άγγελος δεν ήρθε να την πάρει.

Τη σήκωσα με μεγάλη δυσκολία και την πήγα σπίτι της, ένα μικρό σπιτάκι, καθαρό όμως, παστρικιά γυναίκα. Τότε, δεν ξέρω πως, δεν ξέρω γιατί, αλλά άρχισε να μου μιλά για την κόρη της. Όχι χωρίς τα δάκρυά της.
Το παιδί της είχε επιρρίψει όλη την ευθύνη για τη ζωή του, δίκαια άδικα δεν θα το κρίνω. Όμως όταν ένα παιδί το κάνει αυτό στο γονιό του στα είκοσι πέντε του χρόνια... καταδικάζει μαζί όλη τη ζωή που το απομένει, για κάτι που συνέβη στα δέκα του χρόνια. Τι παραλογισμός!

Νέα, και πάνω στην ορμή της, τη μάνα την ισοπέδωσε. Σιγά που δεν είχε κάνει λάθη η δόλια, ολόκληρη ένα λάθος ήταν, όμως το παιδί της δεν ήταν λάθος της, ήταν το μόνο σωστό πράγμα που έκανε στη ζωή της. Όμως η καρδιά της νέας, κοντά στη φωτιά ακόμα, δεν συγχωρούσε. Και τί μου είπε η δόλια Μ.; ξετύλιξε ένα χαρτάκι από την τσέπη της, το κρατούσε σαν άγιασμα, τα χέρια της έτρεμαν, δεν μπορούσε καν να το διαβάσει, δεν έβλεπε καλά ή δεν είχε τα γυαλιά της, κάτι τέτοιο. Όμως μπόρεσα και το διάβασα, ήταν ένα τηλέφωνο, το τηλέφωνο της κόρης. Τα μάτια της με κοίταξαν με τέτοιο τρόπο, που με πέταξαν πίσω στον τοίχο. Τόση ένταση ελπίδας είχαν και με έκαναν να νιώσω, πως κρίνονταν η ζωή της από εκείνο που θα μου ζητούσε. «Πάρ,την τηλέφωνο, μου είπε, εγώ θα σταθώ εδώ σε μια γωνιά να την ακούσω. Πάρ,την κατά λάθος, ή κάτι πες την για τη δουλειά της να πιάσετε κουβέντα, εγώ θα κάθομαι εδώ δίπλα, στη σκιά, σε τούτο το σιδερένιο ντιβάνι να την ακούσω λιγάκι ν' αναπαυτώ».

Κόντεψε να τρελαθώ. Δεν ήταν άνθρωπος αυτή, αλλά ένα ψάρι πιασμένο στα δίχτυα!
Την πήρα τηλέφωνο κι έκανα όπως μου είπε, η γριά έλαμψε σαν να πάτησε μέσα της κάποιος τον διακόπτη του ηλεκτρικού, όλη η κάμαρα φωτίστηκε, τόση η χαρά της.

Όμως εγώ, όταν έφυγα, κράτησα το τηλέφωνό της και της μίλησα μετά αλλιώς. Σε άλλη γλώσσα, σε άλλη ευθεία. Της έδωσε με λίγα απλά λόγια να καταλάβει πως ένιωθε εκείνη, κι αν δεν κατάφερα να περάσω μέσα της όλη τη βούλησή μου... λίγη την πέρασα, μια σχισμή την άνοιξα, μια σύνδεση τη δημιούργησα, λίγο συγκίνηση βρήκα, ένα δάκρυ ξέθαψα. Ε, ναι, αρκούσε!

Μετά από καιρό, έμαθα πως η κόρη επέστρεψε, λίγη κάθε φορά. Ένα δάχτυλο στην αρχή, ένα χέρι αργότερα, αλλά σε λίγα χρόνια, η γριά ίσως να έχει καινούργια κόρη. Δικιά της, γιατί πάντα δικιά της ήταν.

Το Πρώτο Κέρδος





Το πρώτο κέρδος είναι της ψυχής
αυτό θα φέρει και τ’ άλλα κέρδη
όμως το πρώτο κέρδος το ενσωματώνεσαι, σου γίνεται σάρκα
Το πρώτο κέρδος της εμπειρίας, αφιερωμένο στον ουρανό
μια δοξασία το πρώτο κέρδος, μια αποκάλυψη
Το πρώτο συμφέρον κάτω από την πάλη της ψυχής, κάτω από τον αγώνα της
δεν κρατάς στα χέρια σου το πρώτο κέρδος, είναι απλά αυτό που σου μένει
Το πρώτο κέρδος αίσθημα, χαρά το πρώτο κέρδος όλων των περιστάσεων
το πρώτο κέρδος ξύνει τη θλίψη, χαλάει το σκοτάδι, ξετρυπώνει τον πόνο και το φόβο
Το πρώτο κέρδος σε φτάνει ψηλά, κι από κει αποκτάς πρόσβαση,
στα δώρα του ουρανού και στα επίγεια αγαθά
Το πρώτο κέρδος κάτω από εσένα εστιάζεται, το πρώτο κέρδος πίσω από το Μάθημα.

"Εσείς ν’ αναζητάτε μόνο τη βασιλεία των Ουρανών, Όλα τ’ άλλα θ’ ακολουθήσουν", (Κάποιος το είπε αυτό).

Σημαίνει θαρρώ, η δικιά σας δουλειά, είναι να έχετε στραμμένο τον νου σας στο συναίσθημά σας. Σημαίνει θαρρώ, πως αν το ενδιαφέρον το δικό σας είναι στραμμένο στο αίσθημά σας...βρίσκεστε στην ρίζα όλων των ενδιαφερόντων σας και των επιθυμιών σας, κι από κει ο Πατέρας σας αισθάνεται.
Γιατί Κάποιος ( Εκείνος ο ίδιος ) είπε: "Ο Πατέρας ξέρει τι χρειάζεστε πριν ακόμα Του το ζητήσετε".

Πως το ξέρει; Από τους τριγμούς της ψυχής. Ένας αναγνώστης των κρυπτών μας Εκείνος, ατυχής η προσπάθεια κανείς να Τον ξεγελάσει. Την ίδια την προσπάθεια αυτή εκλαμβάνει ως ψυχής συμπέρασμα. Τι σου είναι η αλήθεια! Το μέγα ιερό βάθος της!

Και η ζωή ένας πιστός αντικατοπτρισμός της, όπως κι αν τον δεις. Ακόμα κι ο πιο επιτήδειος δεν μπορεί τη ζωή να την ξεγελάσει, κι όσο βαθύτερα κρύβεται τόσο η ζωή τον βλέπει.

Μοιάζει όλο αυτό, σαν μια πηγαία μοίρα, να είσαι καλός και δίκαιος, αφού δεν θα κριθείς, αλλά κρίνεσαι διαρκώς, κάθε στιγμή, αφού έχεις πάντα απέναντί σου τον ίδιο σου τον εαυτό στην πιο αυθεντική σου αισθαντικότητα, μια τέλεια ηχώ και μια επιστροφή σε σένα, των πιο μύχιων σκέψεών σου.

Δεν μπορείς να ξεφύγεις από το ανοιχτό.
Δεν μπορείς να κάνεις μια ντρίπλα στην αισθαντικότητά σου χωρίς να κάνεις μια τρύπα στο νερό. Δεν μπορείς να αδικήσεις χωρίς να είσαι ήδη αδικημένος. Δεν μπορείς να είσαι κακός χωρίς το κακό να είναι ήδη μέσα σου.

Ω Πατέρα τέλειε και Πανταχού Παρών πάντα!
Βαθύτερε από εμάς, πιο έξυπνε από την ευφυΐα μας.
Μέσα στην κοιλιά Σου εμείς ζούμε, μικρά εμείς ψάρια μέσα στην πελαγίσια κοιλιά ενός μεγάλου, στοργικού, φιλεύσπλαχνου και καλού ψαριού, που αν δεν το δαγκώσουμε δεν μας τρώει.

Το πρώτο κέρδος είναι της ψυχής, κι ο νους στραμμένος στο συναίσθημα.
"Εσείς να αναζητάτε μόνο τη Βασιλεία των Ουρανών κι όλα τ’ άλλα θ’ ακολουθήσουν".
Νά μια αρχή, μια Καλή Αρχή!

Άξιον απορίας το γιατί, να μην αναζητούμε όλα τ’ άλλα και η Βασιλεία των Ουρανών ν' ακολουθεί?

Ω βαθιά λαμπερή σιωπηλή ψυχή
Εσύ έχεις όλες τις απαντήσεις!  

Το Πρώτο Κέρδος ο Ήλιος!



30 Δεκεμβρίου 2018

Παράξενες καρδιές






Και γιατί πρέπει να το πω, ας μείνει ανείπωτο
Και γιατί πρέπει να το εξηγήσω, ας μείνει ανεξήγητο
Και γιατί πρέπει να το πιάσω, ας το κυνηγώ
Αχ καρδιά μου παράξενη!
Και γιατί πρέπει να ευχαριστηθώ, ας μείνω αφχαρίστητος
Και γιατί να ικανοποιηθώ, ας μείνω ανικανοποίητος
Αχ καρδιά μου τρελή!

Εσύ δεν μοιάζεις με τις άλλες καρδιές
- μα μήπως ποτέ έμοιαζες -
κι ακόμα δεν σε συνήθισα
χρόνια μέσα στο στήθος μου κι ακόμα δεν σε συνήθισα
πρώτος δεν σε ξέρω
πρώτος δεν σε καταλαβαίνω
σιγά μην έχω απαιτήσεις από τους άλλους
παράξενη καρδιά, πάντα αζύγιστη
όμως από πού να σε ξέρω
παρά μόνο σαν μια θολή ανέγγιχτη ανάμνηση, μακρινή
η γνώση σου είναι πίσω
είσαι ένα παιδί βαθύ, σοβαρό, μυστηριώδεις
πριν σε αγγίξει ακόμα ο κόσμος καρδιά μου σε θυμάμαι, μοναχική
να χεις λίγη από τη θλίψη του ποιητή
ω βάθος της νιότης μου, της βαθιάς νιότης μου!

Ξέρω, δεν θα ησυχάσεις ποτέ καρδιά
Δίχως εκείνη την πρώτη καθαρότητα
Μα υπήρξες τόσο ανοιχτή – τώρα τρόμος
Τι ωραίες εκείνες οι νύχτες, που με κλειστά τα μάτια, είχες έναν κόσμο στα μέτρα σου
Έλα τώρα καρδιά, εσύ δεν άλλαξες, είσαι ακόμα όλη φαντασία
Αφού ακόμα εσύ έρχεσαι και μου κλείνεις τα μάτια
Θεέ μου, τι όμορφα ήταν τότε με κλειστά μάτια!
Χάρισέ μου ξανά εκείνη την ομορφιά πίσω από τα κλειστά μάτια
Και δεν θα τα ανοίξω ποτέ.
Κι όμως, ακόμα και σφαλιστά που κρατούσα τα μάτια…
Πάλι πέρασε πίσω τους το τέρας
Ίσως πέρασε από τα’ αυτιά, σε άλλη ζωή να θυμηθώ να κλείσω
Μάτια αυτιά και ρουθούνια

Αχ καρδιά, κι όμως έζησες μέσα σε μια απροστάτευτη γαλήνη
Σε μια ολότελα ήσυχη μέρα πρωινής δροσιάς
Με θερίζουν ακόμα οι μυρουδιές της νιότης σου
Κοιμήσου, κοιμήσου ωραία πανέμορφο βρέφος
- κοιμήσου ή ξύπνα - δεν ξέρω ποιο είναι το σωστό
μάλλον σωστό είναι να πει κανείς, ένας άγρυπνος ύπνος

Κι όμως καρδιά, θυμάμαι ακόμα και την πρώτη σου αγάπη
Ένα κατσικάκι ήταν – σε έπιασα ε;
Πάνω που πήγαινες να πεις πού το θυμήθηκες
Μα καλή μου, αυτό υπήρξε το πρώτο αίμα, κι όχι μόνο δικό σου, πολλών παιδιών
Ένα κατσικάκι αγάπησες πρώτο
Σε ξέρω ε, να που λύνω το γρίφο
Και το έσφαξαν μπροστά στα μάτια σου
Θυμάσαι πως ένιωσες; Μούδιασες, δεν καταλάβαινες τίποτα
Μα καλή μου, μόνο ο προθάλαμος ήταν του κόσμου που είχες έρθει
Μια γεύση ετοιμότητας για το σκληρό που θα συναντούσες μπροστά σου
Έλα τώρα, σε ξέρω εγώ καρδιά ένα πουλί είσαι
Ντυμένο κάπως χμ…
Εντάξει, όλα τα ρούχα σου τα μισείς

Μα σε έχω δει γυμνή, ολόγυμνη, θυμάσαι;
Τίποτα άλλο δεν ήθελες παρά να τριγυρνάς στο δάσος
Κι έτρεξα αμέσως να σε σκεπάσω με λίγον πολιτισμό
Όπως σε έχω δει εγώ γυμνή λίγοι είδαν την καρδιά τους
Σε ξέρω - κι έκανες να με διατάξεις
Λίγο ακόμα και θα μου χάραζες δρόμο
Ξέρω και το δρόμο σου τον πιο αγαπητό σου
Δεν τον ακολούθησα πλήρως, έλα καρδιά, ένα ζωάκι είσαι
Σοφό, γλυκό, τρυφερό ζωάκι,
Τίποτα δεν θέλεις εσύ, ένα μήλο τη μέρα, λίγη φωτιά στο κρύο
Και μόνο να ατενίζεις τα αστέρια πάνω από το κεφάλι μου
Όμως κι εγώ, δεν σε έριξα πολύ βαθιά μέσα στον πολιτισμό
Δεν σε σκότωσα τελείως
Κι εντέλει, για να σε προασπίσω, δεν σου απαγόρεψα την αγάπη,
Ε ναι, έπρεπε κάπως να σωθώ για να σε σώσω

Περίεργη καρδιά – ίσως όχι και τόσο
Υποψιάζομαι πως στο βάθος όλες ίδιες είστε
Όμως από κει και πάνω προκύπτουν οι διαφορές σας
Κι οι ελάχιστες αποκλίσεις δίνουν έναν Χίτλερ στον κόσμο ή έναν Χριστό

Σε ξέρω καρδιά, αποτελείς το μέγα μυστήριο
Δεν είναι εύκολος ο δρόμος σου - είναι όμως ο μόνος
Πήρα και τον άλλον δρόμο μακριά σου, άσε, μεγάλη η τραγωδία
Γι’ αυτό μόλις μου σφυρίξεις σαν σκύλος έρχομαι·
Όμως έτσι είναι: εσύ έχεις τα μάτια!

29 Δεκεμβρίου 2018

Ισόβια στιγμή







Μείνε εδώ, που πηγαίνεις, δεν έχει πουθενά να τρέξεις
μείνε εδώ, μέχρι να γλυκάνει ο χρόνος σου
κι ύστερα δεν θα θέλεις να φύγεις
Μείνε εδώ, είναι η στιγμή αυτή ισόβια
αργά που ανοίγει ο ουρανός - όμως ανοίγει
Μείνε εδώ, σε αυτή την κάμαρη μέσα, και φτιάχνε χαρά
μείνε εδώ, ζήσε εδώ, πέθανε εδώ
σήμερα αύριο χθες δεν έχουν καμιά σημασία
Μαρμαρωμένη μου ομορφιά με τα ακίνητά σου μάτια
έτσι που με θωρείς σαν άγαλμα μοιάζεις, χωρίς καμία υποκρισία
με χέρια ζεστά και καρδιά πουλιού
κι ένα διάφανο δάκρυ
Για ποιον άραγε παλιό έρωτά σου ακόμα κλαις
και ποια προδοσία ακόμα σε φαρμακώνει
επικίνδυνο το φιλί
το φίλησες χωρίς να προσέχεις
Τι γύμνια, ρίξε λίγον κόσμο πάνω σου
αχ αγάπη μου, σε είδα να σηκώνεις έναν εφιάλτη
και ροδόχρωμη να μου φανερώνεσαι
μέσα από ένα ανοιχτό στήθος που μαγνητίζει
και σαν άλλοτε εσύ δεν είσαι η νεκρή
τι φτερά! τι φτερά! τι κορμοστασιά!
έλα, πλησίασε με χαμηλωμένα μάτια
αγνή, πήρες όλων των αιώνων τη ντροπή
τι φρεσκάδα αποπνέουν τα κελάρια
θα ανοίξω για σένα το τελευταίο μου σταμνί
με το σφραγισμένο κρασί
έλα αγάπη σαν αλήθεια και σκότωσέ με
το χρίσμα να λάβεις τούτο το λαμπρό
όλα τελειώνουν στην αγάπη, μ’ ακούς
όλα τελειώνουν κάτω από μια έκλαμψη συγχώρεσης
όλα τελειώνουν μέσα σε ένα πέλαγος ελέους
εξαγνισμός, χάρις, ομορφιά, έλεος, συγχώρεση
λαμπρά χωρίς καμία αδικία
τέλος ψυχής η αγάπη
ψυχή θεραπευμένη
Που πάμε, που;
Βάθος της αγαθότητας, θεέ αγαθέ, μόνε Εσύ αγαθέ
και φιλεύσπλαχνε
τι γλυκά νερά, τι συγκίνηση
τι ανυπαρξία θανάτου

Το βάθος της ισόβιας στιγμής
Το δώρο που χαρίζει ο θεός
όλα τελειώνουν στην αγάπη, ακούς
αν δεν είναι αγάπη δεν είναι τέλος.

Μάθημα πρώτον και τελευταίο: έχε πίστη





Ο νους ανησυχεί
η πίστη με βεβαιώνει
μόνο μου καταφύγιο η πίστη
Ο νους είναι πάντα διττός
πάντα το ένα ή το άλλο
η πίστη είναι στο κέντρο του νου
όλη η ζωή μου μια άσκηση πίστης
όλη η ζωή μου μια υπομονή
όλη η ζωή μου μια επιμονή
όλη η ζωή μου ένας στόχος
όλη η ζωή μου σε αναμονή θαύματος
όλη η ζωή μου μια ανεύρεση εμπιστοσύνης
όλη η ζωή μου μια δυσεύρετη κοιλάδα ηρεμίας
όλη η ζωή μου μια θάλασσα που της αφαιρώ το κύμα
όλη η ζωή μου μια καθαρή καρδιά που με ζητάει πίσω
όλες οι καταστάσεις της ζωής μου μια κατάσταση ουρανού
ζητείται πίστη, όχι ελπίς, πίστη

Και σαν σε όνειρο ακούω τους μαθητές να λένε στον Κύριο
Κύριε αύξησε την πίστη μας
κι εγώ το ίδιο λέω, μαθητευόμενος της ζωής κι εγώ
από τα βάθη των αιώνων μιλώ
και το ίδιο πράγμα λέω: Κύριε αύξησε την πίστη μου
σαν μια κατάληξη ψυχής, σαν ένα αόρατο ορατό τέλος

Ίσως να μην χρειάζομαι τίποτ’ άλλο, παρά μόνο πίστη
κανένα άλλο εφόδιο, η πίστη αρκεί
κι ίσως να μην υπάρχει τίποτα περισσότερο εκεί κάτω
εκτός από μια ιερή φλόγα πίστης
κι ίσως αυτή να μου φτιάχνει ορατή κι αόρατη πραγματικότητα
κι άλλο τίποτα να μην κάνω παρά να χτυπώ τη φλέβα της
και το ανεύρυσμά της
κι από κει να είναι αυτές οι αχτίδες
που με βεβαιώνουν για όλους τους τριγμούς της συνείδησης

Κι ίσως ακόμα από την πίστη να ξέρω κι από αυτήν να έχω γνώση
και πως τα φέρνει πάντα έτσι η ζωή να την αναζητώ
σαν με κυκλώνουν τα πράγματα και με κατεβάζουν
να γίνομαι όλος μια κραυγή που σωπαίνει

Ίσως πάλι με στοιχειώνει ένα παιδικό παραμύθι
μια ολοζώντανη γιαγιά νεκρή χρόνια τώρα
που κάθε νύχτα στο προσκεφάλι μου μού διηγείται ιστορίες
ανθρώπων που περπατούν στη θάλασσα
κι από κει η μαγεία, κι από κει το έκθαμβο τούτο·
μια γιαγιά χωρίς στον κόρφο της φίδια

Η πίστη είναι το κλειδί. Τώρα ξέρω,
πως γι’ αυτή χρειάζομαι όλο αυτό το κλίμα της αβεβαιότητας.

Μάθημα πρώτον και τελευταίο: όπως κι αν δείχνουν τα πράγματα,
όπως κι αν πάνε,

Έχε πίστη!


28 Δεκεμβρίου 2018

Συλλέκτης Αρωμάτων





- Κάποιον ακούω, έναν πατέρα της εκκλησίας, όχι όμως της παλιάς σχολής, θεολόγος είναι, άρτιος γνώστης της ψυχολογίας και συμπαντικά καταρτισμένος, ένας λίγο πολύ επιστήμονας.
- Τι τους ακούς; δεν τους βαριέσαι; μπλα μπλα μπλα, δουλειά δεν είχαμε...
- Δεν τους βαριέμαι, τους ακούω, όλους τους ακούω, έχω αυτιά.
- Τους πιστεύεις κιόλας; πιστεύεις σε αυτά τα πράγματα; μπλα μπλα μπλα.
- Δεν κλείνω τ' αυτιά σε τίποτα της ψυχής, η ψυχή μου δεν κλείνει τ' αυτιά σε τίποτα δικό της. Ο μηδενισμός δεν μου πάει, απλά ακούω.
- Υιοθετείς κιόλας πράγματα, μπλα μπλα μπλα.
- Δεν υιοθετώ τίποτα, απλώς είμαι κατά της άρνησης. όπως άλλοι είναι κατά του οτιδήποτε. Εγώ δεν είμαι κατά του οτιδήποτε, μάλιστα δεν είμαι ούτε κατά της άρνησης, ούτε υπέρ της αντίστασης, είτε θετικό είτε αρνητικό, είτε καλό είτε κακό, είτε σύμφωνο είτε ασύμφωνο...περνάει από μέσα μου, κάτι κρατώ κάτι δεν κρατώ, όμως όλα περνούν από μέσα μου, δεν είμαι στρουθοκάμηλος. Δεν λέω δεν το ακούω άρα δεν υπάρχει. Ούτε λέω δεν το βλέπω άρα δεν υπάρχει. Προσπαθώ μόνο να καταλάβω, αν κάποιος φοράει ράσα εγώ τα μάτια του κοιτώ. Αν φοράει κουστούμι πάλι τα μάτια του κοιτώ. Κοιτώ και του πλουσίου και του φτωχού τα μάτια. Δεν σχηματίσω αίσθημα από την εντύπωση αλλά από τα μάτια, ούτε φτιάχνω εντύπωση από την περιβολή αλλά από τα μάτια. Δεν φτιάχνω ωραιότητα από την εμφάνιση αλλά από τα μάτια. Και σπάνια σχηματίζω γνώμη από τα λόγια, την σχηματίζω από το συναίσθημα. Είμαι χωρίς κενό, ή ίσως να είμαι όλος κενό. Θέλω να πω, είναι δύσκολο να πέσω στην παγίδα, γιατί είμαι όλος παγίδα.

- Μάλλον ανήκεις στην παλαιολιθική εποχή, ακούς έναν παπά. Ο κόσμος πηγαίνει μπροστά.
- Το μπροστά του κόσμου για μένα είναι πίσω. Είναι όπως ένα σακάκι, που το φοράς με τη φόδρα έξω.
- Μάλλον γερνάς. Οι γέροι πηγαίνουν στην εκκλησία, να σώσουν ότι προλάβουν απ΄την ψυχή τους, μιας και ζυγώνει η στερνή τους μέρα.
- Δεν τον ξέρεις τον κόσμο μας, κι εγώ τώρα τον μαθαίνω. Νόμιζα πως ήμουν ο καλύτερος μέσα στον κόσμο μας, αλλά συναντώ ανθρώπους απείρως καλύτερους από εμένα. Να το αναγνωρίζω δεν είναι λίγο. Μάλιστα, μερικοί από αυτούς δεν είναι καν χριστιανοί. Ούτε είναι καλοί κατόπιν υποσχέσεως ανταμοιβής, είναι καλοί γιατί έτσι.
- Τι θέλεις να πεις τώρα;
- Τίποτα. Τόση ώρα γράφω χωρίς να λέω τίποτα.
- Είσαι τρελός.
- Αβλαβής όμως.

- Κάθεται λέει κι ακούει έναν παπά, ένα κήρυγμα, ένα μπλα μπλα μπλα. Ενώ θα μπορούσε αυτή την ώρα…
- Τι θα μπορούσε;
- Να κάνεις κάτι άλλο, πιο εποικοδομητικό.
- Όπως;
- Να διαβάζεις και να μαθαίνεις γιατί είναι κίτρινα τα μανταρίνια.
- Δεν ακούω παιδάκι μου έναν παπά, βγάλτον από το σχήμα του, έναν άνθρωπο ακούω, μια ψυχή ακούω, που έχει και λίγη γλύκα. Προσπαθώ να τον καταλάβω, να τον νιώσω, να τον πλησιάσω, ίσως μια μέρα τον σώσω από το παπαδιλίκη του, ίσως με σώσει εκείνος.
Με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι, με ενδιαφέρουν οι ιδέες, θέλω να τρυπώσω μέσα του, να δω πως σκέφτεται, πως νιώθει και γιατί, να το εξηγήσω, έτσι γίνομαι ο εαυτός μου.
Ύστερα από αυτόν θα ακούσω έναν άθεο, και με εκείνον το ίδιο θα κάνω. Με τον τρόπο αυτό προσδιορίζω τον εαυτό μου, με τον τρόπο αυτόν πλουτίζω. Μετά θα διαβάσω έναν ποιητή, κι εκείνος θα με κυριέψει, κι εκείνον θα τον κυριέψω, πνεύμα είμαι, παντού τρυπώνω. Μετά θα πάω σε έναν επιστήμονα, θα μπω μέσα του και θα βγω από μέσα του. Κι αύριο θα είμαι περισσότερο εγώ.
  
Συγκομιδή κάνω, μέλισσα είμαι, αρώματα μαζεύω. Μερικά τα βρίσκω σε μπουκάλια άλλη ετικέτας. Τα πιο ακριβά στα πιο μικρά μπουκάλια. Συλλέκτης αρωμάτων είμαι, με τον τρόπο αυτόν ανθίζω. Τριαντάφυλλα μυρίζω – αν και, καμιά φορά, γίνομαι άπληστος σαν γουρούνι στις μυρουδιές των αρωμάτων.

- Τι είσαι;
- Εγώ ξέρω τι είμαι. Είμαι η μουσική, τις νότες ρυθμίζω.

Άμυαλη Πεταλούδα





Τριγύριζε καιρό μέσα σε μια κάμαρα
ψηλάφιζε τις νύχτες τους τοίχους της
μέχρι που βρήκε μια σχισμή
φεύγω, είπε, κι άρχισε να λεπταίνει

Χωράς από κει; της είπε ο διάβολος και κάγχαζε
χμ, έκανε εκείνη, λογικά μιλάς
κι έκανε μια στροφή. Όμως την επομένη στιγμή κάτι είδε
μέσα από τη σχισμή, ένα φως κι άρχισε να προσεύχεται
χωράω, διαπίστωσε μετά, η προσευχή με παίρνει

Κρατήσου, της είπε εκείνος
και κρατήθηκε από το χέρι της
είμαι πιο ελαφριά τώρα, διαπίστωσε
βγαίνω έξω

Εκείνος μούγκρισε, καλά είπε, είναι μόνο μια αχτίδα
εμένα με συνεπαίρνει, είπε εκείνη
ακολουθώ ότι με συνεπαίρνει, διαπίστωσε
καλά, δεν χωράς, της είπε εκείνος, μείνε εδώ, πίσω

Πίσω, τι τρομερή λέξη, τι να κάνω πίσω;
δεν λυπάσαι την αράχνη; είπε εκείνος
ενώ η αράχνη έκλαιγε
δεν λυπάσαι τη σκόνη; είπε εκείνος
ενώ η σκόνη έκλαιγε
κι αν δεν λυπάσαι αυτά τα δύο λυπήσου το ποντίκι
το ποντίκι έκλαιγε
ουφ, έκανε εκείνη, στενάχωρα πράγματα
πάω να γίνω ελάφι

Θα σε φάνε τα λιοντάρια, της είπε, θα γίνεις τροφή λιονταριών
καλύτερα να με φάνε τα λιοντάρια πάρα τα ποντίκια, του απάντησε
πάω να γίνω κύκνος, του είπε, οι κύκνοι χορεύουν
ενώ εγώ σκούριασα, τρίζουν οι κλειδώσεις μου, έχει υγρασία εδώ
τα δάκρυά σου είναι, της είπε

Δύο αχτίδες, είμαι κοντά, είπε εκείνη
δύο αχτίδες για τον ήλιο που ονειρεύεσαι είναι λίγες, της είπε
μείνε εσύ εδώ να μετράς αχτίδες,
εμένα ο ήλιος με φτάνει κι αυτό με συνεπαίρνει
μου χαλάει το φόβο

Που θα πας; της είπε εκείνος, έξω κάνει κρύο
τι ψέμα! τι ψέμα! του αντιγύρισε
έξω κάνει ήλιο, κάνει ζέστη ήλιου κάθε εποχή
μείνε εδώ, της είπε εκείνος, συντροφιά με τον σκελετό σου
εκείνη γύρισε, τον είδε (τον σκελετό) και τον φίλησε στο στόμα
ένα πόδι του κουνήθηκε και σαν να χαμογέλασε
εγώ και νεκρούς ανασταίνω, του είπε
κι ο σκελετός από τον έρωτά μου θα ανθίσει

Που πας; της είπε εκείνος, έξω θα είσαι μόνη
εκείνη κοίταξε από τη σχισμή
χίλια πουλιά την περίμεναν
χίλια πουλιά έλεγαν κόπιασε
κόπος, σκέφτηκε, κοπιάζω αλλά για χίλια πουλιά
άξιος ο κόπος μου και για ένα πουλί ακόμα

Που θα πας; της είπε εκείνος
δεν ξέρω, του είπε, ρώτα την αχτίδα
το φως σε πλανεύει, της είπε, θα τυφλωθείς, θα σε τυφλώσει το φως
καλύτερα να με τυφλώσει το φως παρά το σκοτάδι, του είπε
είσαι πλανεμένη, όλο αυτό είναι ένα κελάηδημα υπόθεση
τι ωραία! Τι ωραία! Έκανε εκείνη

Θα καείς αν πλησιάσεις πολύ τον ήλιο, της είπε εκείνος, σαν μια πεταλούδα
τι ωραία! Τι ωραία! Έκανε εκείνη

Μου αρέσει το φως, του είπε, μου χαλάει το φόβο

Άμυαλη πεταλούδα, άμυαλη! Αιώνες σε ξέρω και πάντα ίδια

Άμυαλη, είπε εκείνη, ναι, όμως τι ωραία, τι όμορφα, τι ωραία!

Νέα & Όμορφη

                      - Η Κυρία Σάμπς προχθές σκοτώθηκε. Έπεσε μέσα σε μια λακκούβα του δήμου και σκοτώθηκε. Έτσι απλά, και δεν είχε τ...