31 Ιανουαρίου 2019

Το λίγο πολύ της Ευτυχίας









 Σκέφτομαι έναν άνθρωπο, έναν καθημερινό άνθρωπο που ζει μια καθημερινή ζωή. Έχει όλα όσα ξέρουμε, το παρελθόν της, το μέλλον της και το παρόν της, τις έγνοιες της, τις χαρές της, τις στεναχώριες της και τα ξεσπάσματά της.

Μια νύχτα τον επισκέπτεται ένας άγγελος και του λέει θα σε απαλλάξω από τη ζωή σου, όχι, δεν θα σε σκοτώσω, απλώς θα σου την αφαιρέσω και με έναν τρόπο που έχει το κάνει, του αφαιρεί από το κεφάλι του και την καρδιά του όλη του τη ζωή. Τι του απομένει του ανθρώπου τότε; το κεφάλι του και η καρδιά του. Και του απομένουν δικά του.
Ελαφριά, καινούργια, άδεια για να τα γεμίσει από την αρχή. Όσα γνώρισε, όσα έμαθε, όσα ξέρει, πέθαναν.

Μένει μέσα σε ένα δωμάτιο παρθένος, αθώος και εντελώς μόνος και κοιτάζει γύρω του με έκπληξη: δέντρα - υπάρχουν λοιπόν δέντρα. Γάτες - υπάρχουν λοιπόν γάτες.

Ο άνθρωπος αισθάνεται μεγάλη ανακούφιση, ο άγγελος τον άδειασε από την ίδια του τη ζωή, κι αφού το έκανε αυτό τώρα ο άνθρωπος κοιτάζει γύρω του με έκπληξη σαν για πρώτη φορά τη ζωή, και κατανοεί για πρώτη φορά πως υπάρχουν δύο ζωές: η ζωή του και η ζωή. Τις πάντρεψε με τον καιρό σε μία, όμως τώρα τις χώρισε. Σκέφτεται, πως αν γεννιόταν ξανά, τη ζωή θα την είχε αρραβωνιαστεί.

Ο άγγελος του τα πήρε όλα, τα σπίτια, τα οικόπεδα, τη δουλειά του, τα όνειρά του και τις φιλοδοξίες του - δεν του άφησε καμία επιθυμία. Όμως ο άνθρωπος δεν λυπάται, αντίθετα, αισθάνεται όμορφα, ευτυχισμένος κι από τη νέα του κατάσταση, βλέπει όλ' όσα του πήρε ο άγγελος, ως την αιτία όλων των προβλημάτων του. Απορεί ο άνθρωπος και βρίσκει τον ως τότε αγώνα του μάταιο. Μα γιατί όλ' αυτά; αναρωτιέται. Τι μου χάρισαν; τι μου έδωσαν; ένα σώμα είμαι και μάλιστα χαρούμενο.

Ο άγγελος τότε του κάνει μια πρόταση, τώρα που ο άνθρωπος είναι πια σε θέση να συγκρίνει και να κρίνει - επειδή έχει γευθεί και τις δύο καταστάσεις – και δεν είναι πια μέσα στη ζωή του για να μην ξέρει τη ζωή έξω από τη ζωή του και να τον φοβίζει αυτή. Είναι έξω από τη ζωή του στη ζωή και γνωρίζει τη ζωή που έζησε αντί για ζωή. Κι ο άγγελος του κάνει την πρόταση να του επιστρέψει πίσω τη παλιά του ζωή. 

Όμως τώρα τα πράγματα έχουν αντιστραφεί, κάποτε τρόμαζε τον άνθρωπο να στερηθεί εκείνη που ήξερε ζωή του, ενώ τώρα τον τρομάζει να τη δεχθεί. Ρίχνει το βλέμμα μέσα του και εξετάζει την καρδιά του, δεν έχει πια η καρδιά του θέση για να βάλει τη παλιά του ζωή που του προτείνει ο άγγελος και αισθάνεται σαν να τον απειλεί κρατώντας στα χέρια του έναν μεγάλο βράχο, κι ακούει τον άγγελο να του λέει: στον κενό αυτό χώρο που σου έχει απομείνει τώρα... θα τοποθετήσω εγώ αυτόν τον βράχο.

Ανθίσταται ο άνθρωπος, τί παρακάλια, τί επικλήσεις του αγγέλου και να του λέει: πάρε μακριά αυτό το μαρτύριο από εμένα! Μα είναι μόνο η παλιά ζωή σου, του λέει ο άγγελος, η περιουσία σου, οι δουλειές σου, οι συναναστροφές σου, οι δημόσιες και οι άλλες σχέσεις σου. Όχι, όχι! ωρύεται ο άνθρωπος, δεν τα θέλω, δεν τα θέλω! φωνάζει.

Κι ο άγγελος τότε του λέει: μα καλά, είσαι τρελός, τρελάθηκες; δεν προτιμάς όλ' αυτά έναντι αυτής; Και γυρίζει και του δείχνει σε μια άκρη μια κάπως εγκαταλελειμμένη μοναξιά, με ανοιχτή αγκαλιά όμως. Ο άνθρωπος πέφτει πάνω της και την αρπάζει και αρπάζεται από αυτήν. Για μια στιγμή στο μυαλό του τα ζυγίζει, κι ενώ στη σκέψη του έχει ένα μικρό δίλημμα ακόμα... στην καρδιά του δεν έχει κανένα δίλημμα. Πόσο κουράστηκε η καρδιά του μέσα στη ζωή του και θέλει τώρα να ξενοιάσει, να λυτρωθεί, να ξεκουραστεί.

Το καταλαβαίνεις τώρα λοιπόν, του λέει ο άγγελος, πως πρόκειται απλά για μια παρανόηση, μια μόνο τρέλα δύο άκρων, και με μια μαγική κίνηση, ο άγγελος του στρώνει από τη μια μεριά την παλιά ζωή του και στην άλλη την τωρινή του κατάσταση και του λέει διάλεξε. Η καρδιά του, όπως είπαμε, δεν έχει κανένα δίλημμα, διαλέγει την ευτυχία της, όμως η σκέψη του κοιτάζει όλα εκείνα τα πράγματα της παλιάς ζωής του και λέει του αγγέλου: Όπως είμαι, είμαι καλά, αλήθεια, δεν έχω γνωρίσει ανώτερη αίσθηση από τη σημερινή, όμως μπορώ να πάρω μερικά πράγματα μαζί μου; Φυσικά, του απαντά ο άγγελος, όσα θέλεις, αυτά και άλλα τόσα αν θέλεις. Στον άνθρωπο εμφανίζεται ακόρεστη η απληστία, η υπερηφάνεια κι άλλα αισθήματα, και για λίγο νιώθει την παρόρμηση να ορμήσει πάνω στα πράγματα και να πάρει όσα μπορεί να φορτωθεί στην πλάτη του. Όμως με μία δεύτερη σκέψη σκέφτεται: Α, όχι, θα διαλέξω τώρα με σοφία και φειδώ, με φρόνηση και επίγνωση, και τείνει τα δαχτυλάκια του προσεκτικά και τσιμπάει μέσα από τα πράγματα. Λέει διαλέγω αυτό, το παίρνει, το φέρνει στο αυτί του, το κουνάει και ωραία κουδουνίζει. Λέει διαλέγω εκείνο και λίγο από το άλλο, και νά που λέει του αγγέλου αρκούν αυτά!

Ο άγγελος γονατίζει και υποκλίνεται στον άνθρωπο αυτόν, έχει αιώνες να ακούσει από κάποιον αρκούν αυτά.
Ο άνθρωπος τον κοιτάζει χαρούμενος και ευτυχισμένος και ξανά του λέει: ναι, μου αρκούν αυτά, είμαι γεμάτος τώρα από τον εαυτό μου, είμαι πλήρης από εμένα.

Η δουλειά του αγγέλου τελείωσε, δίνει ένα τίναγμα και πετάει στον ουρανό.

29 Ιανουαρίου 2019

Ταξιδιωτικές Οδηγίες







Καλή μου θα νικήσουμε στο τέλος, θα ευοδωθούν οι κόποι μας, όμως χάνε την πίστη σου, δεν πειράζει, χάνε την πίστη σου για να βρεις την πίστη σου.
Απογοητεύσου, ήσυχα απογοητεύσου χίλιες φορές, συμβαίνει πάντα και με όλους.
Καλή μου, απαρνήσου με, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να έρθω κοντά σου, απαρνήσου με χίλιες φορές και άλλες τόσες θα σε πλησιάζω.
Χάσε την ελπίδα σου, μη φοβηθείς.
Και να ξεχνάς, όσο μπορείς να ξεχνάς

Καλή μου, σε αγαπώ πάντα όσο μπορώ κι όσο δεν μπορώ.
Κι όλο αυτό το κάνω για μένα. Θα περάσω πάλι εγώ και θα μείνει σε εμένα εκείνος που αναζητώ να σ΄ αγαπάει.
Περνούμε, μη φοβηθείς, χίλιες φορές συγχώρεσέ με, ο θεός είναι ακούραστος σε αυτό

Καλή μου, είναι παράξενος ο άνθρωπος, δεν είμαστε πάντα εμείς, μην κρατάς αισθήματα για μένα που εγώ τα χάνω, γιατί τρέφεις αισθήματα για κάποιον που πέρασε.
Εκεί που πηγαίνω εγώ δεν υπάρχει κάποιος να σε πληγώσει
εκεί που πηγαίνω εγώ δεν υπάρχει κανείς να σε προδώσει
και κανείς που να μην τον εμπιστεύεσαι

Μη με βλέπεις από το σήμερα, εγώ δεν βλέπω πάντα τον εαυτό μου από το σήμερα. Το αισθάνομαι πως έρχομαι από μακριά, άλλοτε ως μολυβένιος ουρανός κι άλλοτε ως παιδί χωρίς πρόσωπο

Σε αγαπώ πάντα όσο μπορώ κι όσο δεν μπορώ. Όμως κι εγώ έρχομαι μέσα από περίεργους τόπους, δάση και σπηλιές που έζησαν άνθρωποι άλλων εποχών κι έχω ανοιχτούς λογαριασμούς μαζί τους, και δεν είμαι πάντα εγώ το χαμόγελο που βλέπεις στο πρόσωπό μου, πολλές φορές χαμογελώ σε μία μου σκέψη κι άλλες φορές χαμογελώ σε έναν μου τύραννο. Περισσότερο θα με βρεις αν ανοίξεις ένα μου δάκρυ

Καλή μου, θα σημάνουν στο τέλος οι καμπάνες, να είσαι δυνατή, εγώ είμαι κάθε φορά όσο δυνατός μπορώ κι όσο δεν μπορώ και κάθε φορά προσπαθώ όσο μπορώ κι όσο δεν μπορώ

Καλή μου, κάθε φορά αντέχω όσο μπορώ κι όσο δεν μπορώ

Μη λυπάσαι, ντύσου για χορό και μείνε ντυμένη για χορό, κι ας σε πουν τρελή

Θα το συνηθίσεις κι αυτό, όλα θα τα συνηθίσεις, αρκεί να βγαίνεις από τις παλιές σου συνήθειες

Σου ζητώ να θυμηθείς, θυμήσου και θα με ξέρεις κι ας ποτέ δε με γνώρισες. Άσε το σήμερα να περνά, δεν μας ανήκει το σήμερα

Καλή μου χάσε την πίστη σου για να βρεις την πίστη σου, χάσε τον εαυτό σου για να βρεις τον εαυτό σου, και χάσε εμένα για να βρεις εμένα, γιατί πάντα σ’ αγαπώ όσο μπορώ κι όσο δεν μπορώ, όλο το άλλο ζητώ να μου το συγχωρέσεις. Γιατί κι εγώ όλο το άλλο στον εαυτό μου το συγχωρώ. Αγάπησε την αδυναμία μου γιατί έτσι με βοηθάς να τη γυρίσω σε δύναμη. Αγάπησε ό,τι σε πληγώνει σ' εμένα και εγώ θα το χάσω και θα το στερηθώ, κι αφού δεν πληγώνει εμένα δεν θα πονάει ούτε εσένα.



28 Ιανουαρίου 2019

Η Φωτισμένη





Η Α. συχνά μου έλεγε είσαι ο ήρωάς μου κι εμένα μου αρκούσε. Τι παράξενη σχέση, σε εκείνη οφείλονταν, είχε έναν τρόπο βαθύ, μυστικό, γλυκό και αέρινο, είχε το χάρισμα, χμ, αν το σκεφτώ, ένα στις 700000 ή στο εκατομμύριο.
Όλο το μυστικό της ήταν η αγάπη της για τη ζωή, μια αγάπη παράξενη, μυστηριακή που θα τη ζήλευε κι ο πιο άξιος μύστης. Όμως εκείνη την είχε, έτσι είχε γεννηθεί. Το μυστικό βουερό ποτάμι της ζωής το άκουγε καθαρά στ' αυτιά της, τις πίκρες της ζωής, τις στεναχώριες, τις δυσκολίες της, τις τίναζε από πάνω της με έναν μικρό χαριτωμένο αναστεναγμό, με μια τρυφεράδα θα έλεγες - φέρνονταν έτσι μην πληγώσει τη ζωή, μην τη γρατσουνίσει.

Παιδούλα, αυτό ήταν, αλλά είχε γεννηθεί γριά και σοφή, ποτέ δεν ωρίμασε, δεν γνώριζε τί ήταν αυτό, είχε γεννηθεί ώριμη, είχε γεννηθεί στο φως και ποτέ δεν έφυγε από το φως, ποτέ δεν θήτευσε κάμπια. Δεν γνώριζε τη ζωή της κάμπιας, τη γνώριζε μονάχα από μια συμπόνια που ένιωθε, μια ευσπλαχνία.

Το αίσθημα του δικαίου, η ηθική των όντων, ήταν σε αυτήν ενσωματωμένα με τη γέννησή της. Ως φωτισμένο ον, ήταν πάντα σε επαφή με την ανοιχτή καρδιά της, ποτέ δεν έκλεισε η καρδιά της. Τόσο υψηλό ον που θα μπορούσες να το πεις Αγαθό.

Αέρινη. Χωρούσε στην όποια στενή χαραμάδα. Να τη φυλακίσεις αδύνατον, να την καταπιέσεις ούτε λόγος, ποτέ δεν είχε πού να καταφύγει. Ένα ον χωρίς καταφύγιο, ένα ον χωρίς απομόνωση, χωρίς να μπορεί να κρυφτεί. Ένα ον χωρίς στροφές, μέσα στο απόλυτο φως, καμιά φορά, είχε την αίσθηση, πως όλη η ύπαρξή της ήταν ένα δάκρυ, κι αυτό για τους άλλους.

Λευκή. Ακόμα και ο πόθος της λευκός ήταν. Ο έρωτάς της κοφτερός, τίμιος, αδέκαστος. Ψυχολογικό πόνο δεν είχε να πονέσει, φόβο δεν είχε να φοβηθεί, μπορούσες να την πονέσεις μόνο σωματικά, και να τη φοβίσεις δεν είχες τρόπο, δεν μπορούσες να τη φοβίσεις ούτε με το θάνατο. Μπορούσες όμως λιγάκι να την αναστατώσεις - ίσως και να τη φοβίσεις - με τους άλλους. Να την απειλήσεις πως θα έκανες κακό στους άλλους, κυρίως στους αγαπημένους της.

Εγώ τη γνώρισα αλλά δεν μου άφησε μνήμη. Αν υπήρξε στη ζωή μου, αν δεν υπήρξε δεν είμαι βέβαιος. Είμαι βέβαιος για πολλούς άλλους επειδή άφησαν ένα τραύμα, όχι όμως αυτή, δεν άφησε τίποτα, παρά μόνο μια ανάμνηση στο βάθος, κάτι σαν.

Δεν έκανε ποτέ θόρυβο και κυρίως θόρυβο γύρω από τον εαυτό της, μάλλον χόρευε, δεν υπήρχε, χόρευε, σαν τη σκεφτώ, δεν μπορεί καν να σταματήσει η σκέψη μου στη λέξη ήταν. Και τότε που ήμουν μαζί της, είχα την αίσθηση του υπήρξε.

Το κορίτσι αυτό γνώριζε πολύ καλά γιατί γεννήθηκε, γιατί ζούσε, και γιατί ήταν μαζί μου. Είχε έρθει στη ζωή μου για να με προβληματίσει και μόλις τα κατάφερε έφυγε και με άφησε προβληματισμένο. Μετά καιρό την ξαναείδα πάλι και με κοίταξε, μόνο αυτό: με κοίταξε.

Ψέματα λέω. Με κοίταξε κι έφυγε, αλλά δεν πήγε μακριά, σε λίγο γύρισε και με φίλησε. Μετά έφυγε. Μάλλον χάθηκε. Δεν ξέρω πάντα ποιες λέξεις ταιριάζουν στην αίσθησή της.
Ξέρω όμως πολύ καλά πως εκεί που φιλούσε έκαιγε, μέλλον εξάγνιζε, κάτι τέτοιο, το είπα δεν μπορώ να βρω την κατάλληλη λέξη να περιγράψω την αίσθηση, και τώρα που γράφω είμαι ταραγμένος. Ίσως το πω εκεί που φιλούσε θεράπευε.

Μια νύχτα - τώρα θυμάμαι - της είχα πιάσει το χέρι και το είχα φέρει και το ακούμπησα στο στομάχι μου, εκεί που αισθάνεται κανείς την ψυχή του, και είδα πως της έφτασαν σκέψεις από αυτό το άγγιγμα, είχε βάρος τότε η ψυχή μου και την σκοτείνιασε. Λίγο όμως, μετά έχυσε ένα δάκρυ - για την ψυχή μου - κι ύστερα έφυγε. Ναι, έφυγε.

Τι να πω γι’ αυτό το κορίτσι, αυτόν τον Κρίνο, ποτέ δεν μου μίλησε για κάποια ιδεολογία, κάποιο πιστεύω, μία θρησκεία, τίποτα απολύτως, ούτε προσπάθησε να με πείσει, ούτε να παραπέμψει. Ό,τι κατάλαβα με άφησε να τα καταλάβω μόνος μου· περισσότερο καλό κανείς δεν μου έκανε στη ζωή μου από αυτή, που με άφησε να καταλάβω μόνος μου το καλό μου.

Δεν μιλούσε ποτέ για τον θεό, όμως τον έβλεπες στα μάτια της. Δεν χρειάζονταν να μιλήσει, ήταν.

Νομίζω πως κινούνταν ανάμεσα στους ανθρώπους σαν ένα απαλό αεράκι, δεν την παρομοιάζω με άγγελο, ήταν σάρκινη, την άγγιξα, της έκανα έρωτα. Όχι, δεν ήταν άγγελος, ζούσε μόνο στα πόδια των αγγέλων, στο τελικό ύψος του ανθρώπου, το δυσπόρθητο.

Ξέρω πως μπορούσε να μεταμορφώνεται και είχε δυνάμεις που ποτέ δεν μου τις φανέρωσε. Έτσι έπρεπε να κάνει έτσι έκανε, γνώριζε εκείνη. Τώρα που κύλησε ο καιρός, νομίζω θα μπορούσα να την ορίσω – αν και δεν της άρεσαν οι ορισμοί, ένοιωθε να την περιορίζουν - ως το τέλειο πνευματικό ον.

Την είδα άλλη μια φορά, σε μια δύσκολη στιγμή της ζωής μου, που χρειαζόμουν απεγνωσμένα ένα μικρό ποσό χρημάτων. Ήταν χειμώνας και κάποιος πέρασε από μπροστά μου με ένα ποδήλατο - παράξενο για την εποχή - από την τσέπη του έπεσε ένα μικρό πορτοφόλι, φώναξα κι έτρεξα πίσω του να τον προλάβω να το επιστρέψω, τότε γύρισε και με κοίταξε καθώς είχε λύσει τα μαλλιά της και μου χαμογέλασε. Ήταν εκείνη. Άνοιξα το πορτοφόλι και είδα μέσα το ακριβές ποσό που χρειαζόμουν.

Δεν πιστεύω από κάποιο φόβο θανάτου ή κάποια ιδεοληψία, κληρονομικότητα κ.τ.λ., όχι, δεν πιστεύω λόγο αυτών, από περιστατικά πιστεύω.

Αν γνωρίσεις ένα τέτοιο άτομο στη ζωή σου… δεν νομίζω πως μπορείς ποτέ να πεις με σιγουριά… τη γνώρισες.

Διακριτικά Ηττημένοι




Παρακολουθούσα καιρό έναν άνθρωπο, εσωτερικά και τον ένιωθα πως πάλευε. Καταλάβαινα τον αγώνα του, την ίδια την ψυχή του. Το έκανα από απόσταση, ήμουν αθέατος γι’ αυτόν παρατηρητής, δεν το γνώριζε πως ένα ζεύγος - ή περισσότερα μάτια - ήταν στραμμένα και πάνω του. Όμως περισσότερο, σε μια ανάλογη περίπτωση,  είναι στραμμένο στον άνθρωπο, το τρίτο αδέκαστο μάτι.

Δυστυχώς μόνο έτσι αλλά επί της ουσίας σιωπή, και από εκεί σιωπή και από εδώ σιωπή, να μοιραστείς εκείνο το ίδιο δύσκολο, το πολύ να το γράψεις σε ένα ποίημα μεταφρασμένο για να το πάρει ο άνεμος. Αλλά σε μερικές περιπτώσεις και χίλια ποιήματα δεν αρκούν για να πάρει ο άνεμος ένα καρφί, ένα βάσανο, μια ελπίδα.

Διαισθητικά γνώριζα όλα τα προβλήματα αυτού του ανθρώπου, τα ψυχολογικά και τα άλλα, τα άλλα που είναι ψυχολογικά, τα ψυχολογικά που είναι άλλα, τα γνώριζα γιατί τα είχα, σε άλλη εποχή, ή τωρινή, ή άλλη ζωή, ή τα είχε ένας γνωστός μου, ή κάποιος που πέθανε.

Όπως και να είχε τα προβλήματα αυτά ήταν υπαρξιακά, ήταν ψυχολογικά, ήταν κοινωνικά, ήταν οικονομικά, ήταν και ήταν, σου έμοιαζε ο άνθρωπος αυτός και μου έμοιαζε.

Κάποτε σκάλισε την ψυχή του, ή του την σκάλισε η ζωή, κι από τότε νομίζω άνοιξε μέσα του μια πληγή, μια αθεράπευτη και ξύπνησε ο δράκος από τον λήθαργό του. Ευθύς ο άνθρωπος αυτός καλέστηκε για μια νίκη, μια νίκη πάνω σε τί όμως; προφανώς πάνω σε όλα, όσα υπάρχουν, όσα τον βασάνιζαν, όσα τον έθλιβαν, όσα τον τραβούσαν κάτω στις ζοφερές αβύσσους του και του έφερναν στα μάτια δάκρυα, σκοτάδι και πόνο.

Όμως μέσα σε όλη αυτή την ταραχή, ένα ένστικτο που μέσα του το φύτεψε ο θεός, πάλευε. Πολλές φορές ο άνθρωπος αυτός σκέφτηκε το θάνατο, όμως το ένστικτο της ζωής ήταν βαθύτερα ακόμα κι από την ιδέα του θανάτου, κι ενώ εκείνος έλεγε να πεθάνει... η ζωή μέσα του ποτέ δεν τα παρατούσε, λες και είχε μια αυτονομία το ένστικτο αυτό. Θα μπορούσες να το πεις ένα ένστικτο ήλιου που περνάει και χρειάζεται να διασχίσει το σκοτάδι.

Όμως ο άνθρωπος αυτός ήταν μόνος, και οι άνθρωποι σε αυτή την κατάσταση χρειάζονται ένα χέρι, μια στήριξη, κάποια βοήθεια, χρειάζονται μια νέα θεμελίωση να στρώσουν κάτω από τα πόδια τους, γιατί πολλές φορές, το βάρος που αισθάνονται να τους πλακώνει το στήθος, είναι πέρα από τις ανθρώπινες αντοχές. Αν ξυπνήσει το θηρίο στέκει ένας άνθρωπος από τη μία μεριά μόνος... και η ανθρωπότητα ολόκληρη από την άλλη απέναντί του. Αν θελήσει ένας άνθρωπος να ξυπνήσει, να αφυπνιστεί, θα ορμήσει πάνω του λυσσαλέο το σκοτάδι που εχθρεύεται προαιώνια το φως. Και σε αυτόν όρμισε, σε όλους το κάνει χωρίς εξαίρεση.

Ο άνθρωπος αυτός είχε όλες τις προϋποθέσεις μιας αριστείας, όλοι έχουν όλες τις προϋποθέσεις μιας αριστείας, όλοι μπορούν να φτάσουν στο φως, όλοι μπορούν να έρθουν στην αγάπη τους και να νιώσουν την εξαίσια ευτυχία την αστήριχτη. Κι όλοι έχουν τη δύναμη, αλλά δεν τη βρίσκουν όλοι, κι υπάρχει οπωσδήποτε ένας το ίδιο προαιώνιος εχθρός που σκεπάζει σαν μανδύας την οικουμένη, η άγνοια.

Ο αγώνας ενός ανθρώπου για ελευθερία, για ψυχολογική ελευθερία, θα μπορούσε ίσως να είναι ορατός στα μάτια ενός Μοναχού του Αγίου Όρους, όμως μέσα στην κοινωνία, ο αγώνας αυτός είναι πιο σκληρός, έχει τις κοινωνικές πλευρές του και τις κοινωνικές προεκτάσεις του. Δεν δίνει τον αγώνα του ο άνθρωπος αυτός και ο θεός, και μερικά αηδόνια σε μια υπέροχη αγιορείτικη πλάση και μια φύση που συνεισφέρει στον σκοπό του, χρειαζούμενος ένα καρότο ή μια πατάτα τη μέρα. Που και ο θεός να μη σου τα δίνει στα χέρια, σκύβεις κάτω και τα μαζεύεις. Λίγα ραδίκια λίγο κριθάρι σαν άλογο να είσαι.

Ο άνθρωπος αυτός στο τέλος ηττήθηκε, μέσα του έγινε πρώτα, ηττήθηκε μέσα του. Πως το κατάλαβα; εξομοιώθηκε, ομοίωσε στους άλλους, είπε μέσα του: όπως εσείς έτσι κι εγώ. Και τότε η ατομικότητά του τον μούντζωσε, του γύρισε πλάτη και έμεινε κολλημένος πάνω στη σάρκα του να βλέπει το θέατρο και να συμμετέχει με έναν μικρό ρόλο σε αυτό.

Ηττήθηκε. Πως το κατάλαβα; το κατάλαβα γιατί από τις προϋποθέσεις της αριστείας... τράβηξε από το μανίκι του τη ρεβάνς της μετριότητας, και κατέταξε οικειοθελώς τον εαυτό του ανάμεσα στους μετρίους - λίγο πάνω λίγο κάτω δεν κάνει διαφορά.

Όμως είπε μέσα του, μέτριος αλλά ζωντανός, ίδιος με τους άλλους αλλά υπάρχω - εάν είναι αλήθεια αυτά.

Που εμείς οι βασανισμένοι το ξέρουμε πως αλήθεια δεν είναι, αυτοκτόνησε απλώς διακριτικά. 




27 Ιανουαρίου 2019

Το Ημιυπόγειο








Ήταν κάπου στα τριάντα πέντε κι είχε πολλές αποτυχίες στη ζωή του – αν όχι όλες. Τελευταία είχε απομακρυνθεί από το οικείο του περιβάλλον και είχε μετακομίσει σε άλλη πόλη, το έκανε λες και θέλησε να φύγει μακριά, να μην τον βρουν, να κόψει δεσμούς.
Άλλωστε δεν τα πήγαινε ποτέ καλά με τον πατέρα του, όλο κόντρες και φασαρίες ήταν, ο πατέρας του είχε μια γνώμη γι’ αυτόν που δεν του άρεσε, και αυτός είχε μια γνώμη για τον πατέρα του που δεν άρεσε στον πατέρα του. Και για τη μητέρα του είχε γνώμη αλλά επειδή την αγαπούσε… αγαπούσε περισσότερο τη μητέρα του και λιγότερο τη γνώμη του για εκείνη.
Όμως θέλησε να ωριμάσει, να μεγαλώσει, να αποδείξει την αξία του και υπάκουσε σε ένα ένστικτο ανεξαρτησίας. Βέβαια, είχε διαλέξει λάθος εποχή, γιατί δεν ήταν αυτό που θα λέγαμε, οικονομικά εύρωστος, ωστόσο με κάποια χρήματα που είχε στην άκρη νοίκιασε μια ημιυπόγεια γκαρσονιέρα. Το έκανε ασυνείδητα όμως τέλεια, επειδή το ημιυπόγειο ήταν το μισό μέσα στη γη και το άλλο μισό πάνω από τη γη, όπως άλλωστε κι εκείνος.
Τα χρήματα που είχε επαρκούσαν δεν επαρκούσαν για τρεις μήνες και φίλους δεν είχε ούτε έναν, να τρέξει στον πατέρα του σε ώρα ανάγκης ούτε να το σκεφτεί, ούτε να σκεφτεί την περίπτωση να το κάνει με συγγενή. Καθώς έφυγε κράτησε μια υπερηφάνεια, γιατί ένιωθε να τον ποδοπατούν εκεί μέσα στο πατρικό σπίτι κι επίσης εκεί μέσα στο συγγενικό περιβάλλον. Μάλιστα, το ένιωθε εκεί μέσα και το άλλο, το ένιωθε εκεί έξω.
Το πρώτο που έπρεπε να κάνει ήταν να βρει δουλειά, όμως τι ήξερε να κάνει; Τίποτα στην πόλη, αγρότης ήταν στο χωριό. Για καλή του τύχη όμως – ή για κακή του – ήταν ομορφόπαιδο, κι όχι μόνο, αλλά ήταν και συμπαθητικός, που σε ισχύ στους άλλους, πολλές φορές επαρκεί περισσότερο από το ομορφόπαιδο. Το ομορφόπαιδο τους κερδίζει από έξω, η συμπάθεια από μέσα και το έξω το μέσα το κυβερνά.
Θέλω να πω, πως δεν άργησε να τραβήξει τα βλέμματα των γυναικών, μόνος και κάπως θλιμμένος, με το βλέμμα πολλές φορές θολό και χαμένο, συγκινούσε κάθε υποψήφια μητέρα αλλά και κάθε σωτήρα. Γιατί δεν ήταν τυχαίο που τον πλησίασαν δυό λογής άνθρωποι: γυναίκες και παπάδες.
Οι δεύτεροι να σώσουν την ψυχή του, οι πρώτες… δεν ξέρω γι’ αυτά. Σημασία έχει πως σύντομα γνώρισε μια γυναίκα, ερωτική και θερμή, όχι λιγότερο χαμένη από εκείνον όχι περισσότερο, όμως όσο μπορούσαν αγκαλιάστηκαν μέσα στο πέλαγος της πόλης και αλληλοστηρίχτηκαν. Εκείνη ήταν πιο εύρωστη στα οικονομικά της, είχε μια σίγουρη δουλειά και τον βοήθησε, του έκανε μάλιστα και την πρόταση να φύγει από το ημιυπόγειο και να το ξενοικιάσει, εκείνος δεν το θέλησε, κάπου κάπου την άφηνε μόνη και γύριζε εκεί, στο ημιυπόγειο. ‘Έβρισκε πάντα μια δικαιολογία, κάτι μασούσε στο στόμα του και την άφηνε στη ζωή της, τη δικιά της ζωή, κι εκείνος γύριζε στη δικιά του, τη δικιά του ζωή, αν είχε ζωή δικιά του κι αν όχι μόνο κάτι που πάλευε να σηκωθεί.
Εκείνη τον καταλάβαινε και τον άφηνε μόνο του όσο καιρό ήθελε, εκείνος πάντα γύριζε σε εκείνη, εκείνη πάντα τον περίμενε να γυρίσει, έτσι κανονίστηκε η μεταξύ τους σχέση.
Όμως ο καιρός περνούσε κι εκείνη μια μέρα κουράστηκε, γύρισε σε εκείνη αλλά δεν τη βρήκε εκεί. Έσκυψε τότε το κεφάλι και γύρισε πίσω, σε ένα πίσω που δεν το άντεχε κι αμέσως σκέφτηκε να ξεκινήσει άλλη σχέση, μιας και είχε την πρώτη ύλη κι είχε αρχίσει να το υποψιάζεται.
Σύντομα άρεσε σε μια άλλη, έτσι όπως είπαμε κάπως θλιμμένος και μοναχικός ήταν. Την πρώτη βδομάδα την πέρασαν κλεισμένοι σπίτι της, να τρώνε πίτσες και να κάνουν σεξ, όχι πάντα με αυτή τη σειρά, μερικές φορές έτρωγαν τις πίτσες μετά.
Στο τέλος της εβδομάδος εκείνος ένιωσε μια δυσφορία, κάτι να του πλακώνει το στήθος κι έφυγε χωρίς να της πει τίποτα. Κατάφερε να καθίσει τρεις μέρες μονάχος του σπίτι, κι ύστερα την αναζήτησε. Είπε μερικά ψέματα… κάποιες δικαιολογίες και συνέχισε μαζί της. Άλλωστε εκείνης της άρεσε, δεν εξέτασε ούτε αν τα ψέματα ήταν ψέματα ούτε αν οι δικαιολογίες ήταν δικαιολογίες. Της άρεσε, της είχε λείψει, και τον είχε ξανά εκεί. Τέλος σκέψης.
Έτρωγε από το φαγητό που μαγείρευε εκείνη έκαιγε από το ρεύμα που πλήρωνε εκείνη, όμως το ημιυπόγειο ημιυπόγειο,  με τα στερνά του χρήματα το συντηρούσε, γιατί την ήξερε τη μοίρα του, την καταλάβαινε ακόμα κι αν κανείς δεν του την είχε πει, πως μια μέρα – ή νύχτα – πάλι εκεί θα γύριζε, ξανά εκεί θα κατέληγε, γιατί εκείνο  το ημιυπόγειο είχε κάτι σαν χέρια που τον κρατούσαν και κάτι σαν φωνή που τον καλούσε. Για τίποτα άλλο δεν έτρεφε μεγαλύτερη βεβαιότητα και εμπιστοσύνη παρά για το ημιυπόγειο, όχι για τους ανθρώπους, εκείνοι ήταν περαστικοί, το ημιυπόγειο σταθερό.
Και να που τα ‘φερε έτσι ο χρόνος που ξανά γύρισε εκεί. Κι όχι τίποτα άλλο, αλλά είχε εθιστεί στην τεμπελιά και τον εύκολο τρόπο να ζει

Σύντομα κατάντησε ένα ρεμάλι, μπλέχτηκε με τα χασίσια κι άρχισε τη ζωή της νύχτας, όπου νύχτωνε όπου ξημέρωνε, όπου την έβρισκε η αυγή σπίτι του ήταν. Γιατί στο μεταξύ τον είχαν πετάξει και από το ημιυπόγειο κι ήταν πια επαίτης, ήταν άστεγος.

Μια μέρα αρρώστησε από φριχτούς πόνους στο στομάχι, κάποιοι τον είδα και τον λυπήθηκαν και τον μετέφεραν σε ένα νοσοκομείο. Εκεί έπεσε σε λήθαργο και παραμιλητό, πάλεψε μέρες και μέρες με το θάνατο, η ύπαρξή του τον είχε τραβήξει κάτω, πάλεψε για να έρθει ξανά στη ζωή κι έβλεπε όλο κάτι παράξενα όνειρα, σαν να περνούσε μέσα από στενά, σαν να τον ξόρκιζαν μάγισσες, σαν να τον καλούσαν σειρήνες, η μορφή του πατέρα του, εκείνη της μητέρας του, όλες συγκεχυμένες περνούσαν από τα μάτια του, άλλοτε θυμωμένες άλλοτε αγαπημένες.

Και μια μέρα βγήκε ξανά στην επιφάνεια και τη ζωή, άνοιξε τα μάτια του και είδε μια ξανθιά νοσοκόμα που τον καλωσόρισε. Αμέσως έκλαψε, κι έκλεγε καιρό μετά, μέχρι που τα μετάνιωσε και τα συγχώρεσε όλα.

Έγινε κάποιος στο τέλος, έφτιαξε οικογένεια, δύο παιδιά με μια ξανθιά γυναίκα, όχι εκείνη που σκέφτηκες, μια άλλη.

26 Ιανουαρίου 2019

Θαλασσινή εποχή








Οι αστερίες, τα χαλίκια, οι φτέρνες στην ακροθαλασσιά 
η λευκή κοπέλα η άπιαστη
το σιγανό αίμα μέσα στις στοές που τίναξε το δάκρυ
ο πονηρός αγέρας που ξοδεύτηκε κι άφησε αθώα την κορμοστασιά
φόβος που χάθηκε σε μια νύχτα
κι άφησε πίσω του καλπασμό και φτερά να τρίζουν
και οι μικρές λεύκες που ψηλώνουν μέσα στην καταιγίδα
στην έλλειψη δάσους ένας μόνο σπόρος
και η γέννηση από το μηδέν πάντα
τρέξιμο χωρίς φυγή
η λύτρωση του πουθενά
γλάρος που κυματίζει μετέωρος
σαν καπνός που ισορροπεί πάνω από τη φλόγα

Πνοή που ανεμίζει στην επιφάνεια του στομαχιού
ελάχιστη πνοή το περισσότερο του δέους
λίγο οξυγόνο σπινθηροβολεί στα μάτια
μια ανάσα τινάζει μακριά εφτά τόνους στεναχώριας
το σημερινό βάρος ένα όραμα που πιάστηκε
στην ουρά ενός ποντικού
και γέρνει λίγο λοξά το μέλλον
και κατεβαίνει σαν γείσο καπέλου ο ορίζοντας
ρίχνοντας μια ελαφριά σκιά στα μάτια
σαν κορίτσι να έβαψε άθελά του τα βλέφαρα
για να σφυρίξει συνθηματικά στον εραστή
πως πίσω τους κρύβεται ο παράδεισος
και πως για να τον δει και να τον κατακτήσει
θα αρκούσε, ίσως, να τη φλερτάρει με τη διαίσθηση

Λίγος κύκνος μέσα στη λίμνη τινάζει τα κρυστάλλινα φτερά του
πιασμένος στο δόκανο της σάρκας του
χορεύει μουδιασμένος και σκυθρωπός
στην μουσική που κλαίει
κι άλλο ένα δάκρυ πέρασε στα μάτια του θεού κατά λάθος ανθρώπου
ελεήμων εχθρός της ψυχής θέλγει την εξουσία της
και άσπονδος φίλος την επιβουλεύεται

Νύχτες και νύχτες ύφαναν σε νήμα αλυσίδα
μια νύχτα μόνη της αυτή το νήμα αυτό θα κόψει
σε μια έκρηξη ουρανού όλο το σύμπαν το θεριό
μ’ εσένα θα γεμίσει
και τότε άνθρωπε μικρέ που θα σταθείς, που θα βρεθείς,
χαρταετός θα γίνεις
στα χέρια ενός μικρού παιδιού τη μοίρα σου θα εμπιστευτείς
την Παναγιά και το Χριστό στη σάρκα θα φιλήσεις

Έτσι το θέλησε η ζωή έτσι κι εγώ το θέλω 
καλύτερα να ‘μαι μαζί
με τους αγγέλους χωριστά θρήνο εγώ θα έχω
κι αφού τανύστηκα να δω να που ο θεός μου δείχνει
κλουβί στερνό μου ρήμαξες σε μιας πεντάρας νιάτα
λάθρα βουτούν οι βουτηχτές, ναυάγιο δεν βρίσκουν
ο ήλιος όλα τ’ άστραψε, λευκά είναι τα βράδια
και μνήμη ψάχνω για να βρω για να μου πει ποιος είμαι
με άλλ’ όνομα εγώ χρειάζεται να βαπτιστώ. 



25 Ιανουαρίου 2019

Τι έχεις; - Έχω ύπαρξη









Όπως και να είχε υπήρχε κάτι το τρομαχτικά γυμνό εκεί και το σωματικό
Αναγνώριζες την ύστατη απελπισία, ακόμα λιγότερο - η περισσότερο: το άρωμα της απελπισίας.
Τους έβλεπες από έναν φεγγίτη να αγκαλιάζονται σφιχτά
με τέτοιο τρόπο σα να ήθελε να μπει ο ένας μέσα στον άλλον
και δεν ήξερες αν αυτό το έκανε η ψυχή ή το σώμα.
Στην αλήθεια. Ακόμα πιο κοντά, στο Θάνατο. Πιο κοντά, στη συνείδηση του Θανάτου, στην ίδια τη φθορά, το ξέφτισμα.
Δεν προσπαθούσαν να κρατήσουν τα νιάτα τους
ούτε την ηλικία- αυτά απασχολούν τους αστούς
αυτοί οι δύο είχαν ολοστρόγγυλα μάτια
μια νύχτα τους είχε απαγορευθεί το ψέμα
από κει και πέρα βάδιζαν πάνω στον τρόμο

Έριχνε ο ένας τον άλλον πάνω του να ντύσει την ψυχή του
να λες την αλήθεια, χμ, μάλλον δεν έχει καμία σχέση με την αλήθεια, να πεις αυτό που βιώνεις δεν μπορείς, μόνο η κίνηση μπορεί να το πει, οι λέξεις φτωχές έννοιες, κι όμως δεν υπάρχει καμία φρίκη ούτε και μέσα στο θάνατο, δεν χρειάζεται να μεταποιήσεις τίποτα από την αλήθεια για να γίνει αποδεκτή

Η ομορφιά είναι μέσα στο σκελετό, μέσα στο αίμα ενταφιασμένη, είναι κάτω από τα ορατά και τα γεγονότα.
Δεν χρειάζεται να ωραιοποιήσεις τίποτα, κανέναν δαίμονα να κολακεύεις. Αχά, μπορεί η γύμνια να γίνει υποφερτή; μα από πάντα ήταν

Τι κακό είχαν; τους είχαν πίσω από μια τζαμαρία και τους έβλεπες ρίχνοντας σε μια σχισμή ένα κέρμα. Ήταν δύο εραστές των σωμάτων και εραστές της αλήθειας. Και μια μικρή πινακίδα έγραφε: ιδού ο άνθρωπος!

Μερικοί, τραβούσαν το βλέμμα τους με απέχθεια, σαν να έβλεπαν αποτροπιασμό, κι όμως ήταν μόνο η φύση, και η φύση τους που δεν άντεχαν να δεχθούν - όπως κάθε νεκρός

Μα τι άσχημο είχαν αυτοί οι δύο εραστές; Όλοι οι ποιητές τους ανέβασαν στα ύψη, παράξενοι άνθρωποι, μιλούν για τον υπαρξισμό σαν να είναι μια σελίδα ενός φυλλαδίου σούπερ μάρκετ κι όχι οι ίδιοι

Ας κοιταχτούμε λοιπόν, τι βλέπεις;
ρίξε το κέρμα στη σχισμή και τραβήξου γοργά στην άκρη
για πέντε λεπτά μελωδίας θα έσπρωχνα στο βάραθρο εφτά ζωές μαραγκιασμένες και πάλι θα ευγνωμονούσα γι' αυτά τα πέντε λεπτά

Άχα, εσείς ξέρετε τη ζωή καλύτερα από εμένα κύριε, προσέξτε, σας έπεσε λίγη σάλτσα στο πηγούνι σας. Χα, εσείς ψάχνετε να βρείτε την τέλεια συνταγή να μην πάει χαράμι η ζωή σας, κι εγώ σας λέω ρίξτε το κέρμα σας στη σχισμή και κοιτάξτε πίσω από την τζαμαρία. Θα θελήστε να κάνετε αμέσως εφτά βήματα πίσω, αλλά και τριάντα εφτά δεν αρκούν για να γευθείτε το άρωμα της απελπισίας σας και να νιώσετε σε μια υπέρτατη στιγμή όλη τη ζωή σας. Όμως ξέρω, εσείς λέτε έχετε χρόνο και έχετε εθιστεί να λέτε: ας αλλάξουμε θέμα

Στυλώστε τα μάτια σας λιγάκι στην άβυσσο, σας βεβαιώνω πως θα γίνετε καλύτερος άνθρωπος μόλις γευθείτε τη συντέλειά σας

Χα, καλέ μου άνθρωπε, μια μέρα θα σε φτάσει η ύστατη κραυγή σου, και τότε με όλη την αλήθεια των αισθημάτων σου θα ορμίσεις πάνω σε έναν άνθρωπο να τον αγκαλιάσεις. Και θα είσαι εσύ εκείνος πίσω από την τζαμαρία και με ένα κέρμα οι άλλοι θα σε βλέπουν. 

Πουλάκι μου, αυτό μόνο σου λέω: πουλάκι μου, τραβήξου στην άκρη μη σε πιτσιλίσει το αίμα του ανθρώπου.  


22 Ιανουαρίου 2019

Η Τρυφερή άμμος





Κι όμως, κανείς δεν γνώριζε το μονοπάτι που είχα πάρει να βγω από το δάσος, πατούσα δω κει προσεκτικά κι οι επιλογές μου έμοιαζαν τρελές, παράλογες στους ανθρώπους.
Κι ήμουν μόνος σε αυτή τη διαδρομή γιατί αυτόν που γύρευα να σώσω άλλος δεν μπορούσε να τον σώσει κι άλλος δεν γνώριζε τον τρόπο να σωθεί. Μήτε εγώ γνώριζα τον τρόπο πολλές φορές κι ήταν άλλοτε μια έμπνευση ή μια καθοδήγηση.
Κι είχα σε αυτή την πορεία εχθρούς τις μεθόδους και τις πατέντες των σωτηριών. Κι όμως, εγώ και μέσα στο πιο πυκνό σκοτάδι κοίταζα το φως κι είχα καρφώσει σταθερά το βλέμμα σε αυτό και ο σκοπός μου διαφαίνονταν όλο και πιο ξεκάθαρα και ενίοτε μου χαμογελούσε.
Και περνούσα μέσα από κατεστημένες αντιλήψεις σαν άνεμος κι έβρισκα πάντα ανάμεσα στους ανθρώπους τη χαραμάδα που κανείς άλλος δεν περνούσε παρά μόνο η ψυχή μου.

Συχνά βρισκόμουν μέσα σε ανθρώπους που γύρευαν να σώσουν, η διαφορά μου με αυτούς ήταν πως εγώ γύρευα να σωθώ. Γι’ αυτούς ήμουν η προσωποποιημένη τρέλα, γιατί υπήρχε σ' εμένα κάτι το αντίθετο στις προβλέψεις τους κι ένιωθαν από εμένα μια κόντρα στο στήθος. Αρκούσε μια καλημέρα μου για να προβάλει σε αυτούς αντίσταση.

Όμως αυτό που έβλεπα το έβλεπα μόνο εγώ. Το σχέδιό μου μού είχε γίνει ολοφάνερο, μού το είχε παραδώσει στα χέρια ο ίδιος ο θεός. Μου είχε σχεδιάσει με το ίδιο του το χέρι μια διαδρομή μέσα στο δάσος, τόσο προσωπική που οι άνθρωποι δεν την αναγνώριζαν. Γιατί υπήρχαν τόσα δάση όσοι οι άνθρωποι, και στον καθένα αντιστοιχούσε ένα προσωπικό μονοπάτι, το δικό μου το φώτιζαν οι πλαϊνές δάδες, κανέναν δεν μπορούσα να πάρω μαζί μου στο δρόμο. Τυφλούς έβρισκα τυφλούς άφηνα, χωλούς έβρισκα χωλούς άφηνα, αναπήρους έβρισκα αναπήρους άφηνα. Σκληρό για εμένα, μάτωνα, έκλαιγα αλλά προχωρούσα.

Αυτά που ήθελα εγώ οι άνθρωποι συχνά δεν τα ήθελαν, ίσως και να τα περιφρονούσαν, αφού τα έβρισκα παραπεταμένα στις ψυχές τους, κι αυτά που οι άνθρωποι ήθελαν και είχαν βάλει ψηλά και κόπιαζαν να τα φτάσουν... πολλές φορές ήταν τα δικά μου εμπόδια· τους άφηνα λοιπόν να πιστεύουν για εμένα ό,τι ήθελαν, να τους εξηγήσω αδύνατον, είχαν τόσο εθιστεί από τις επιθυμίες του πλήθους… που κάθε απόπειρα να τους εξηγήσω έπεφτε στο κενό (τους).

Είχαν ήδη τις αξίες τους και τα ιδανικά τους, είχαν ήδη τοποθετήσει κάποια πράγματα ψηλά και άλλα χαμηλά, και πολλά από τα χαμηλά τους ψηλά ήταν για εμένα, κι άλλα από τα ψηλά τους για εμένα χαμηλά.

Και παρόλο που είχαμε από δύο χέρια, δύο πόδια και ένα κεφάλι… συχνά ήμασταν άγνωστοι κι από άλλους κόσμους μέσα βγαλμένοι. Για να μπορέσω να περάσω μέσα από το πυκνό στήθωμα που είχαν βάλει με τα σώματά τους σαν εμπόδιο για την κορυφή όλων για να μην περάσει κανένας να φτάσει στο φως… συχνά χόρευα σιωπηλός ανάμεσά τους και θαρρώ πολλές φορές ήμουν αόρατος. Ίσως μάλιστα και περιφρονημένος, αλλά σίγουρα ακατανόητος, γιατί εκείνο που εγώ έβλεπα για εκείνους παρέμεινε κρυφό.

Ίσως να ήταν μόνο που είχαμε άλλη ιδέα θανάτου, αν και πολλοί από αυτούς δεν έβλεπα να έχουν καμία ιδέα θανάτου, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν είχαν θάνατο.
Ίσως εμένα ο θάνατος να με εξουσίαζε και αυτούς να τους άφηνε αδιάφορους. Γιατί εγώ έβλεπα σύντομο το ταξίδι, αυτοί αιώνιο, εγώ οργάνωνα το θάνατό μου, αυτοί τον είχαν αφήσει στην τύχη.

Όπως και να είχε, για να βγω στον καθαρό αέρα περνούσα μέσα από τα σώματά τους, την ώρα που αυτοί δόξαζαν την ύλη εγώ πίσω μου την άφηνα. Ίσως τελικά η διαφορά μας να ήταν διαφορά ύλης, το δικό τους υπάρχω και το δικό μου υπάρχω σίγουρα είχαν μια απόσταση, τη δικιά μου απόσταση την είχα πάρει από την ύλη, την δικιά τους απόσταση την είχαν πάρει από την ψυχή τους. Εγώ έλεγα είμαι ψυχή και άνεμος και το σώμα μου κάτι που να κρατάει την ψυχή μου, κι αυτοί θαρρώ έλεγαν είμαι σάρκα κι ο άνεμος μέσα της ένα μυστικό του θανάτου.

Για να μπορέσω να ζήσω αναγκαστικά μιλούσα δύο γλώσσες, μία της σπηλιάς και μία της υπαίθρου. Όμως βαθιά μέσα μου μιλούσε η γλώσσα της σιωπής, αυτή μου έκαιγε τα σπλάχνα και μου ζητούσε να βρω λέξεις να την εξηγήσω. 

Τα ιερογλυφικά στο βυθό της θάλασσας, αυτή ήταν η δικιά μου έγνοια, ο λόγος που είχα γεννηθεί. Να διαβάζω τα χνάρια στην τρυφερή άμμο, αυτή την κλίση έπαιρνε το δικό μου μάτι. Να ξεδιαλέγω ροδοπέταλα μέσα από το αίμα, ήταν η σκληρή εργασία μου.



Η Δίψα

Δεν ξέρω καλή μου, δεν ξέρω, αλλάζω βαθιά Περπατώ πλέον πάνω σε τριγμούς σταφυλιών Νέοι κόσμοι μου αποκαλύπτονται διαρ...