24 Φεβρουαρίου 2019

Νύχτα Πάθους





Έβρεχε καταρρακτωδώς εκείνη τη νύχτα, η Τζ. είχε τραβήξει μια πολυθρόνα κοντά στο τζάκι κι είχε καρφωμένα τα μάτια στη φωτιά χωρίς να βλέπει. Τριάντα τριών μόλις ετών, όμως ένιωθε γριά και γριά έμοιαζε.
Ένα κουρέλι. Η τρίτη αποτυχημένη της προσπάθεια να ερωτευτεί. Τρεις στη σειρά, άλλοι το πετυχαίνουν με την πρώτη. Η εικόνα του αγαπημένου της να φιλάει εκείνη τη χτυπούσε σαν σφυρί στα μηνίγγια κι άνοιγε κάτω από τα πόδια της μαύρες άγνωστες πεδιάδες, όπου κανείς διαβάτης εκεί δεν βάδιζε. Να της φτιάχνει έρωτα ίσως ήταν λιγότερο οδυνηρό, όμως να τη φιλάει, να την αποδίδει τρυφερότητα, ο δικός της σύντροφος, ο αγαπημένος της, να τη φιλάει?

Τραγικό. Η σκέψη αυτή είχε πάρει τέρας. Μια σκιά πέρασε από το ταβάνι, όμως κανένας φόβος, μόνο μια ταραχή, μια επιθυμία να βογκήξει. Ήθελε να τον ξεράσει πάνω στο χαλί, τόση αηδία που ένιωθε.

Γκρεμισμένος κόσμος, ξηλωμένες φωλιές, τσαλαπατημένη εμπιστοσύνη, ένιωθε ένα μίσος να τη φτάνει από την ψυχή της για όλο το αρσενικό γένος.

Η τρέλα ζύγωνε, ήταν κοντά. Είναι παρανοϊκό, ο αγαπημένος σου - κι αφού έχει δείξει πως σε αγαπάει - να έχει καρδιά για άλλη. Τίποτα. Απεχθάνονταν και την ίδια της την εκδίκηση που ένιωθε γιατί γνώριζε πως ήταν αδυναμία. Αυτό λοιπόν μόνο; είχε μόνο νικηθεί; αυτό ήταν όλο για εκείνον; Γιατί ένιωσε το καταχθόνιο βλέμμα του όταν την είχε κοιτάξει, ακόμα είχε διακρίνει και κάποια χαρά, μια αρρωστημένη χαρά που είχε καταφέρει να την πληγώσει. Ίσως τώρα, αυτή τη στιγμή, να το γιόρταζε κιόλας.

Είχε καιρό να απευθυνθεί στο θεό, μα τώρα που με μια παραγκωνισμένη της αίσθηση κατανοούσε την κτηνωδία του εραστή της… μόνο αν την άρπαζε ο θεός θα γλίτωνε την τρέλα. Η θηριωδία του ανθρωπίνου είδους, την είχε γνωρίσει και δεν είχε δύναμη, δεν είχε καρδιά να συγχωρέσει. Το ποτήρι με το ουίσκι που κρατούσε έσπασε στο χέρι της, ευτυχώς κόπηκε λίγο, σε άλλο βάθος ήταν το αληθινό της τραύμα.

Όλα μέσα στο σπίτι γύριζαν κι ένιωθε να λιποθυμάει, ήταν πολύ όλα αυτό που την έφτανε για να μπορέσει να το διαχειρισθεί, κάπου θα το έθαβε σίγουρα για τις επόμενες μέρες, ίσως μήνες, ίσως χρόνια, ίσως για πάντα. Δεν ήταν άσχημη ιδέα αυτή και της άρεσε να τον θάψει μέσα της. Όμως υπήρχαν κι άλλοι θαμμένοι εκεί, αν το συνέχιζε αυτό θα γινόταν η ίδια ένας τάφος. Άξαφνα της ήρθε μια ιδέα, μια έκλαμψη, ένας φωτισμός. Ομολογία, ψέλλισε, η ομολογία θα με σώσει.

Πήρε τηλέφωνο την Ελ. Δεν της είχε μεγάλη εμπιστοσύνη, κάτι παράξενο είχε πάντα αυτό το κορίτσι στην αύρα της, κάτι το αδιευκρίνιστο κι ίσως σκοτεινό. Όμως δεν είχε άλλη αυτή τη στιγμή και από ένστικτο, γνώριζε πως η Ελ θα τρέξει κοντά της αν την καλέσει. Και την κάλεσε.

Σε είκοσι λεπτά η Ελ ήταν εκεί κι εκείνη ένιωθε από τη μία να ορμήσει στην αγκαλιά της αλλά από την άλλη συγκρατημένη χωρίς να ξέρει τι την κρατά. Όμως τα μάτια της Ελ μεγάλωσαν και βούρκωσαν και την έπεισαν, άλλωστε είχε τόσο φορτίο η ψυχή της που θα αγκάλιαζε και κροκόδειλο.

Η Ελ έδειξε μεγάλη κατανόηση, λες και το είχε ξαναδεί το έργο ή σαν να είχε ταλέντο στην παρηγοριά, όμως την ξεκούρασε και της πήρε τις σκληρές σκέψεις. Μετά έπεσε στην αγκαλιά της, η Ελ τη φίλησε πρώτα στο μέτωπο, μετά στο μάγουλο, μετά της χάιδεψε τα μαλλιά, ύστερα – άθελά της μάλλον – της άγγιξε το στήθος και την έκανε να ριγήσει. Γύρισε και την κοίταξε, τα βλέμματα τους για λίγο συναντήθηκαν και διάβασε τον πόθο της κι όλα στο μυαλό της ξεκαθάρισαν. Η Ελ την ποθούσε όλο αυτόν τον καιρό, την ήθελε ερωτικά.

Στάθηκε σε ένα δίλημμα, γύρισε για λίγο στο μυαλό της όλη αυτή την κατάσταση, μετά έκλεισε τα μάτια της και φίλησε στο στόμα την Ελ. Σε λίγο η σκέψη της ελευθερώθηκε και το συναίσθημά της την ακολούθησε.

Κάπου ένιωθε πως δεν ήταν αυτή κι όλα αυτά ήταν ένα λάθος, ίσως δύο λάθη, ίσως μια σειρά λαθών, όμως ήταν εκεί, ολόγυμνη ξαπλωμένη στο χαλί της, να της κάνει έρωτα η Ελ.

Το λιώσιμο των πάγων





Λιώνουν τα χιόνια, ζεστά ρυάκια κατρακυλούν στα μάτια των βράχων, παράξενη καρδιά, μόνο η φλούδα της σκλήρυνε.
Η συμπόνια είναι πιο δυνατή από τον τρόμο, και θυμάμαι, πως ήταν ήθελα να φοβίσω κάποιον έκλαιγα.
Λιώνουν τα χιόνια, καλοκαίρι δριμύ έρχεται καλπάζοντας, βρίσκεις ακόμα αμυγδαλιές που όπως όπως ανθίζουν. Τα τριαντάφυλλα, χτυπημένα από τον βοριά, νυσταγμένα σηκώνονται και τινάζουν τ' αγκάθια τους στον ήλιο. Μέσα στο χαμό οι μυρουδιές άντεξαν. Ατσάλινα ροδοπέταλα παίρνουν την ανηφόρα, ερωτευμένες σκιές φιλιούνται στο στόμα.
Λιώνουν τα χιόνια, η παιδική ανάμνηση τα χτύπησε βάναυσα, ζεστός νοτιάς πέρασε πάνω από τους κατακλυσμούς. Η ανεμοθύελλα κόπασε, πράσινη έρημος με πλατιά όαση, πραγματικός ο αντικατοπτρισμός, σκύβεις να πιεις νερό και πίνεις.

Λιώνουν τα χιόνια. Τα μάτια τινάζουν τη λάμψη τους, αντί δακρύων δροσοσταλίδες, ο πόνος πέρασε σαν ένας νικημένος αφέντης κι άφησε πίσω του έναν απερπάτητο δρόμο. Ο εφιάλτης γύρισε την κλειδαριά, λεπτή η νύχτα δεν αναστενάζει, διάφανη η μοναξιά χωρίς βάρος δεν τρώει τα παιδιά της. Εκεί που υπήρχε πάτωμα τώρα βλέπεις λίμνη. Θάλασσα ήσυχη, περπατάει ανάλαφρη πάνω της η γαλήνη. Η ειρήνη νίκησε τον πόλεμο.

Λιώνουν τα χιόνια, μικρές κραυγές πουλιών φυτρώνουν στο δάσος, λευκές κοπέλες βγαίνουν πίσω από τα χαρακώματα με ανοιχτούς θώρακες, μπορείς να δεις την κόκκινη καρδιά τους και την ανάσα τους να παίρνει μορφή. Στρατηγός χωρίς στρατό καλπάζει στις κορυφογραμμές των οριζόντων, αηδόνια που σηκώνουν πύργους.

Λιώνουν τα χιόνια, παιδιά περπατούν πάνω στην τρυφερή άμμο, εικόνα να πεις: ο λυγμός άντεξε!

Ο διαρρήκτης άνοιξε το θησαυροφυλάκιο, μαργαριτάρι που σπατάλησε το όστρακό του κι ανέβηκε μόνο του στην επιφάνεια να χαρεί τον ήλιο, χωρίς δύτες τα λάφυρα των ναυαγίων αναδύονται, με θέληση δεύτερη ανεβαίνει ο χρυσός, χρυσοθήρες, κλέφτες και λωποδύτες πίσω από μια αχτίδα βαδίζουν. Άρπαγες που αρπάζουν χρυσό αέρα.

Λιώνουν τα χιόνια, το αισθάνεσαι στο στήθος σου, σώμα φορτισμένο με ηλεκτρικά νιάτα που ζητά να εκπληρώσει το ναυαγισμένο σχέδιο του θεού. Άγγελοι που σου κάθονται στο σβέρκο. Προορισμός άγνωστος. Όμως λιώνουν τα χιόνια, μουδιασμένη άνοιξη τρεμοπαίζει τα βλέφαρα, δέντρα που ψηλώνουν μέσα από τις κατακόμβες του φωτός ζητούν πουλιά για τα κλαδιά τους.

Λιώνουν τα χιόνια και τα λόγια έρχονται στο στόμα χωρίς να τα σκεφτείς. Αγαπάς και το λες, ή το λες κι αγαπάς, εκεί τελειώνει ο κόσμος.

23 Φεβρουαρίου 2019

Ο έξω και ο μέσα καιρός




Έξω χιόνι μέσα αναμονή, να δούμε πότε θα ταιριάξουμε τον έξω καιρό με τον μέσα και το αντίστροφο. Μερικοί δεν τα καταφέρνουν ποτέ, αποκόπτονται, δεν ξέρω να πω αν είναι τυχεροί ή άτυχοι, αν χάνουν κάτι ή αν κερδίζουν. Έχω πετύχει και έξω καιρό παγωνιά και μέσα κόλαση αλλά και το αντίστροφο. Επίσης έχω πετύχει καιρό μέσα έρωτα έξω κρύο. Και τι δεν έχω πετύχει, ακόμα και έξω φτώχεια μέσα πλούτο και το αντίστροφο.

Να μην θέλουν οι άλλοι να είναι όπως τους θέλεις. Να μην δουλεύουν οι καταστάσεις, να μην υπακούν. Να μην ταιριάζουν οι περιστάσεις. Να μην φτάνουν οι συγκυρίες. Τρακαρίσματα. Κάτι τέτοια στο βάθος καταλήγουν σε ένα μοναδικό ας γίνει το Θέλημά Του και ησυχάζεις μια για πάντα. Κάπου εκεί συναντιέται πάντα ο έξω καιρός με τον μέσα, στο ας γίνει το Θέλημά Του. Κι απαλλαγμένος θαρρείς από φορτίο και έλεγχο περίτρανα… μέχρι που χοροπηδάς στο κενό, στο άδειο.

Το θέλω δεν το είδα να δουλεύει, όμως το χρειάζομαι πάντα δούλεψε, το Μάτι του Θεού κοίταζε πάντα καθαρά την ανάγκη μου, τη φαντασία μου όχι. Το Μάτι του Θεού φρόντιζε πάντα να ξεθάψει την πιο βαθιά καθαρή μου επιθυμία, αυτή της ψυχής, την άλλη, του εγώ μου την παραζαλισμένη επιθυμία, μου είπε Εκείνος, αν θέλεις πάρε τον κασμά και σκάβε. Αν θέλεις τρέχα να ικανοποιηθείς ζαλισμένε άνθρωπε. Έτσι με είπε: Ζαλισμένε άνθρωπε! Και δάγκωσα τη γλώσσα μου.

Παραιτήθηκα πρώτα από τη ματαιοδοξία μου, μετά από τη φιλοδοξία μου, ύστερα από την φαντασία μου και το όνειρό μου και είπα: Ας όλα κυλούν. Κι όλα κύλησαν. Μου πήρε καιρό να το καταλάβω και να το δεχθώ, πως ο τρόπος που συμβαίνουν τα πράγματα δεν μου ανήκει. Κι από τότε που το δέχτηκα συμβαίνουν.

Πάλεψα πολύ στη ζωή μου για το τίποτα, μέχρι να καταλάβω πως όλα γίνονται μόνα τους, αρκεί να τα επιτρέπεις. Κι από τότε αυτό κάνω: επιτρέπω ή δεν επιτρέπω. Ο ρόλος μου στην ύπαρξή μου περιορίστηκε σε ένα ναι ή ένα όχι.

Μέσα καιρός έξω καιρός. Να βγάλουμε λίγο από τον μέσα καιρό έξω, και να φέρουμε λίγο από τον έξω καιρό μέσα, αυτή είναι πράγματι μια σιωπηλή εργασία. Να παραμερίζεις με το πνεύμα νοητούς βράχους, να ανοίγεις μονοπάτια από σπηλιά σε σπηλιά, με μοναδικό σκοπό να περπατήσεις κάποτε στον αέρα. Είχα πολλές καθοδηγήτριες πεποιθήσεις, τις ξήλωσα όλες, καλύτερα να περπατώ στην άβυσσο, είπα, παρά να με εξουσιάζουν λόγια που δεν είναι δικά μου. Παρά να με εξουσιάζουν όσα έπεσαν μέσα μου σε αλλοτινές εποχές, τότε που η συνείδησή μου ακόμα δεν γνώριζε το φράχτη, και περνούσε ο κόσμος μέσα μου ορμητικός να με φτιάξει παιδί του, να του ομοιάσω έτρεμε, να με πάρει από τον θεό και να με φτιάξει προσφυγόπουλό του.

Με αυτά και τα άλλα πέρασε ο καιρός Μαρία, αλλά δεν πειράζει, καλά είναι κι έτσι.

22 Φεβρουαρίου 2019

Τα Εσώψυχα





Ευτυχώς που έχουμε κι αυτή τη διέξοδο να γράφουμε τα εσώψυχά μας, τι απογίνονται θεέ μου αυτοί που δεν έχουν αυτή τη διέξοδο; Τι γίνονται τα εσώψυχά τους; Που πάνε; Μήπως τελικά τους τρώνε;
Άλλοι τα ζωγραφίζουν άλλοι τα πελεκούν στο μάρμαρο, μερικοί τα χορεύουν, άλλοι, αφού μαζευτούν αρκετά… τα ουρλιάζουν.

Κι από την τέλεια έκφραση πάλι απομένει λίγο εσώψυχο να σε βασανίζει, πόσο μάλλον από την ατελή.

Πολλοί τα κάνουν έρωτα, κάθε μορφής. Εσύ βλέπεις χέρια να πιάνονται, σώματα να παλεύουν, νύχτες να ορμούν η μια στην άλλη· δεν είναι αυτό που βλέπεις, τα εσώψυχα είναι. Μερικά μπαγιατεύουν, γίνονται μαύρα, αυτά μόνο με σκαρπέλο τα βγάζεις.

Θεέ μου φύλαγε τα άνθη του κόσμου μήπως και προκόψει η μύτη μας. Και τα άλλα τα πενιχρά, τα δόλια, τα κακουργήματα σκόρπισέ τα στον αέρα!

Τα εσώψυχα, λες, μα εσύ βλέπεις ένα πονεμένο σώμα. Βλέπεις πρώιμα γεράματα, σώματα να καμπουριάζουν, πόδια να σέρνονται, υποψίες να κυκλοφορούν μέσα στους δυόσμους. Κι είναι μόνο τα εσώψυχα. Θεέ μου, πάρε το μαύρο του κόσμου και σκόρπισέ το να γίνει βροχή, να θρέψει την άνοιξη και τα άνθη. Κάνε τα μυρμήγκια δυνατά και το χρόνο μας κατάλευκο.

Τα εσώψυχα τα έχω δει σε μορφές αραχνιασμένες, κι όσο πάνε να κρυφτούν τόσο σκάβουν βαθύτερα τη ρυτίδα. Τα έχω δει απλωμένα στην έκφραση, άλλοτε να την κρατούν, να την σκληραίνουν, άλλοτε να παίρνουν θυμό απροσδόκητο και κτηνωδία και να χτυπούν κάθε αθωότητα. Κι ήταν μόνο τα εσώψυχα, ένα παράκαιρο εντός του παρόντος.

Και τα έχω δει αυλακωμένα πάνω σε στιλπνά άσπρα σώματα γυναικών, και πάνω σε εραστών καμπύλες, και τα έχω δει σε ερεθισμούς και σε εκστάσεις, τα έχω αναγνωρίσει σε τρικυμιώδεις οργασμούς, το έχω δει σε λευκά περιστέρια πάνω από κάθε νοητό ταβάνι.

Έχω δει τα εσώψυχα σε κάθε ανθρώπινη έκφραση με τη μορφή νοητού βάρους, τα έχω δει να τα παίρνει η ανάγκη, να σχηματίζονται σε ελπίδα, να γέρνουν σε απελπισία, τα έχω δει να έχουν θρήνο ζωγραφισμένο στα μάτια και να φτιάχνουν όνειρα. Τα έχω δει να κατρακυλούν στο ψέμα, να πιάνονται από ανθρώπους, να χαλούν νύχτες παιδιών.

Τα έχω δει να υποκινούν με τον μοναδικό τους σιωπηλό τρόπο και αναγνώρισα σε αυτά κάθε ανθρώπινο λάθος. Kι ήταν πάντα αυτά, τα εσώψυχα, το κάθε κίνητρο.



21 Φεβρουαρίου 2019

Ξανά από την Αρχή






  
Καιρός μετακομίσεων και θέλω να σκέφτομαι ποιητικά. Τι να πάρω μαζί μου; αναρωτιέμαι και μου εμφανίζονται ποιητές, κυρίως ο Οδυσσέας Ελύτης. Λίγα πράγματα, μου λένε, ελαφριές αποσκευές, λίγο παρελθόν, το πιο αρωματισμένο. Το άλλο το βαρύ, που ομοιάζει πάντα σαν ποινικό αδίκημα… στα σκουπίδια.

Τηρώ ευλαβικά τις συμβουλές τους – που άλλωστε και συμφωνία μου είναι – κι ο έχων παρελθόν βεβαρημένο ξέρει, πώς να ξεδιαλέγει από μέσα τους μερικές στιγμές που αξίζουν, το άλλο, θα το έλεγες όλο… φόρτο εργασίας.

Όμως τι θέλω εγώ; Την ψυχή μου να ξεδιαλέξω μέσα απ' όλα, να πάρω μαζί μου όσο γίνεται περισσότερο φως, να τραβήξω, θα έλεγα, την ψυχή μου μέσα από τα πράγματα και την ύλη. Από το ναυάγιο ν' ανεβάσω ένα πούπουλο κι αυτό να πάρω μαζί μου.

Άλλωστε το έχω δει βαθιά, τα πράγματα μπορούν όλα να μου τα πάρουν, τις μνήμες τους ποτέ, κανείς δεν μπορεί να μου αφαιρέσει την παιδική μου ηλικία, τα χρώματα, οι μυρουδιές, έχουν καταστεί ισόβιες. Απλώς γυρεύω καθαρή καρδιά και καθαρά μάτια. Και στο κάτω κάτω, αυτό που κάθε φορά μου παίρνει η έλλειψη, δεν μου το παίρνει, της το δίνω.

Καιρός μετακομίσεων, λέω να πάρω μαζί μου όσο γίνεται λιγότερο εαυτό, να πάρω μαζί μου ότι σ' εμένα δεν πονάει και δεν θλίβει, το άλλο, το πολύ, πέταξε. Άλλωστε δεν υπάρχει βάρος στον άνθρωπο, αν υπάρχει είναι μόνο το βάρος των σκέψεων.

Κάθε καρδιά χρίζει σε μια ορισμένη διάρκεια της ζωής, την τακτοποίηση της. Μαζεύει πολύ χρόνο η καρδιά μαζί της και τον σέρνει πίσω της, θέλει κάθε λίγο να ανοίγεις τα συρτάρια, να ξεδιαλέγεις και να πετάς. Γι’ αυτό κατεβαίνω τις νύχτες με έναν φακό στην αποθήκη, όχι γι' άλλο λόγο. Εξ αιτίας τούτου με αντιπάθησαν οι αράχνες – κι όχι μόνο οι δικές μου – αλλά και οι αράχνες των άλλων, λες και επικοινωνούν. Εκνευρίζονται, γιατί με έχασαν λεν και δεν με ξέρουν. Δεν με αναγνωρίζουν πια. Δεν είναι λίγο να ξαραχνιάζεσαι, φόνοι είναι στο βάθος.

Καιρός μετακομίσεων, λίγο πατέρα, λίγη μητέρα, δυό τρεις κιτρινισμένες φωτογραφίες, μερικές επιστολές, δυό τρεις εικόνες αγαπημένων αγίων, μερικά αγαπημένα αντικείμενα, μερικά αγαπημένα βιβλία, λίγη μνήμη και περισσότερο θεό όσα παίρνω μαζί μου. Τα ξεδιαλέγω προσεκτικά να μην έχουν βάσανα, να παίρνω βάσανα μαζί μου δεν το θεωρώ αβλαβές.

Ακούω κάποιον να μου λέει φτάνει τόσο, άλλον έναν να λέει ως εδώ, κι ένας μέσα μου ετοιμάζεται για άλμα. Δεν είμαστε πολλοί, λίγοι μείναμε, η μοναξιά δούλεψε κι έφαγε το σκόρο.

Ένα φεγγάρι, μια εξοχή, λινά παπούτσια, κι όσο μέλλον μου χρειάζεται, όσα παίρνω μαζί μου. Άλλωστε καλοκαίρι πλησιάζει και με καρπούζι και τυρί έζησα εγώ τα καλύτερά μου χρόνια.

Ποτέ δεν αγωνίστηκα εγώ για περισσότερα, απλά όσο λιγόστευαν, χαιρόμουν περισσότερο όσα μου απομένουν. Κι ως το θάνατο έτσι θα το πάω, νομίζω γυμνός πεθαίνει κανείς με μεγαλύτερη επίγνωση ζωής και θανάτου. 

Πόσες αρχές χωράει μια ζωή δε μέτρησα. 

20 Φεβρουαρίου 2019

Οι Πέρα Κόσμοι






Εκείνη τις νύχτες ξάπλωνε δίπλα του και του έλεγε: Μίλησέ μου για τους πέρα κόσμους.
Εκείνος της μιλούσε κι εκείνη ζωγράφιζε με τη φαντασία της χρώματα. Όμως μετά την έπιανε μια λύπη, μια στεναχώρια και σαν να θύμωνε. «Δεν υπάρχουν οι πέρα κόσμοι», του έλεγε τότε.
Εκείνος γελούσε τότε τρανταχτά, «ψέματα που διαδίδουν οι άνθρωποι» της έλεγε.
«Είδες εσύ τους πέρα κόσμους;» Τον ρωτούσε τότε.
«Φυσικά και τους είδα», της απαντούσε.
«Είναι αληθινοί;»
«Πέρα για πέρα αληθινοί».
«Κανείς ποτέ δεν τους είδε», έλεγε εκείνη.
«Προσπαθούν να το κάνουν με τη φαντασία τους, της απαντούσε, αλλά ακόμα κι αν μπορούσαν να φτάσουν στους πέρα κόσμους με τη φαντασία τους…πάλι οι άνθρωποι σπάνια πιστεύουν αρκετά στη φαντασία τους. Δεν μπορείς να δεις τους πέρα κόσμους με τη φαντασία σου, χρειάζεται να πας εκεί, να τους περπατήσεις και τότε είναι αληθινοί.

Εκείνη ξάπλωνε τις νύχτες δίπλα του και του έλεγε, πολλές φορές λυπημένη: «Δεν θα δω ποτέ τους πέρα κόσμους».
Εκείνος τότε της έλεγε: «Δεν απαγορεύεται».

Κι ύστερα την έπιανε μια ακόμα βαθύτερη λύπη κι έκλαιγε.
Τότε εκείνος σκέφτονταν: Θεέ μου πόσο τους έχει νοσταλγήσει, πόσο τους έχει πεθυμήσει τους πέρα κόσμους Σου. Πόσο τους θέλει και τους επιθυμεί. Και πολλές φορές στέκονταν από πάνω της και την κοίταζε, κι άλλες φορές το έκανε καθώς εκείνη κοιμόταν, σαν να τη διάβαζε, σαν να την άνοιγε στα δυό.

Και την έβαζε τότε μέσα στις προσευχές του. «Κύριε, Του έλεγε, Θέλει αληθινά να δει τους πέρα κόσμους Σου. Πονάει, Λαχταράει, Φλέγεται από επιθυμία, Κλαίει για Εσένα και τους Πέρα Κόσμους σου. Βοήθησέ την να τους φτάσει σε παρακαλώ».

Μα σαν εκείνη ξυπνούσε τα ξεχνούσε όλα. Ξεχνούσε πως υπάρχουν πέρα κόσμοι.

Όμως πάλι μια νύχτα γύριζε και ξαπλωμένη δίπλα του τού έλεγε: Μίλησέ μου για τους Πέρα Κόσμους, είναι αληθινοί;
Πέρα για πέρα αληθινοί, της απαντούσε τότε.

19 Φεβρουαρίου 2019

Η Μυστηριώδεις κυρία Φ.





Η κ. Φ. πάντα ήταν πάντα φειδωλή στα λόγια της. Η ηλικία της ακαθόριστη, από τριάντα πέντε έως σαράντα πέντε θα την έλεγες, ανάλογα με το κέφι και τη διάθεσή της. Είχε μετακομίσει πρόσφατα σε μια γειτονιά της Θεσσαλονίκης, όχι από τις πυκνοκατοικημένες, από εκείνες που χάνει κανείς εύκολα μέσα τους την ταυτότητά του, αλλά από τις άλλες, που είναι ακόμα σαν μικρά χωριά και κρατούν το ζεστό χαρακτήρα τους αλλά και το κουτσομπολιό.
Όμως η κ. Φ. δεν έθρεψε κανένα κουτσομπολιό τους τελευταίους έξη μήνες και απογοήτευσε τις αγριόγατες. Ήταν μετρημένη στη συμπεριφορά της, στα λόγια της, στους χαιρετισμούς της, δεν ήταν αυτό που λέγαμε έκδηλη η πληθωρική, περισσότερο συμμαζεμένη και συγκρατημένη την έλεγες αλλά και μοναχική.

Κανείς δεν την είδε ποτέ να φέρνει άντρα στο σπίτι της. Κανείς δεν την είδε ποτέ να φέρνει τον οποιοδήποτε στο σπίτι της, και αρκετοί κοίταζαν, γιατί ήταν ωραία. Θεωρητική, ψηλή, ξανθιά, όμορφη με υπέροχες γάμπες.
Όμως αν πρόσεχες καλά στο βάθος – ή μάλλον αν την ένιωθες – θα ένιωθες πως κάτι πάντα κρατούσε τη χαρά της. Αν όχι η ίδια.

Η κ. Φ. δεν ντύνονταν προκλητικά και σίγουρα ήταν ελεύθερη. Όμως το ότι δεν ντύνονταν προκλητικά δεν σήμαινε πως δεν είχε γούστο στο ντύσιμό της. Μάλλον ήξερε πώς να κερδίζει το σεβασμό και την εκτίμηση των ανθρώπων, γιατί μετά από μια περίοδο που την είδαν όλοι καχύποπτα… τελικά τη συμπάθησαν. Γιατί μπορεί να μην τους είχε κάνει το χατίρι να μπλέξει την καρδιά της μαζί τους, αλλά αυτό δεν τους πείραξε παρά μόνο στην αρχή. Στο κάτω κάτω τα δικά της δικά της ήταν και έμοιαζε να ξέρει να τα κουμαντάρει.

Η κ. Φ. πάντα είχε κάτι μυστηριώδεις στην ύπαρξή της που έκανε τους ανθρώπους να την κοιτάζουν δυό φορές. Χωρίς να κάνει τίποτα έκανε πολλά. Σύντομα άρχισαν να κυκλοφορούν ψίθυροι στη γειτονιά, πως ήταν χωρισμένη, από δύο γάμους, ή τρεις. Πως την είχαν διώξει από το σπίτι οι γονείς της από κάποια ορεινή Αρκαδία. Πως ήταν πρώην χρήστης ναρκωτικών. Πως πρόσφατα είχε αποφυλακιστεί μετά από μια ληστεία. Και πως το μεγάλο ποσό που είχε κλέψει δεν βρέθηκε ποτέ. Έτσι, με τον καιρό τη σέβονταν ακόμα πιο πολύ οι άνθρωποι. Κι όσα λιγότερα γι' αυτήν γνώριζαν τόσο περισσότερο τριγύριζαν κοντά της και τους ενδιέφερε.

Η κ. Φ. δεν έδινε σημασία σε αυτά. Περισσότερο την ένοιαζε η γάτα της πάρα όλ’ αυτά. Μια μέρα, είπε σε έναν πως ήταν συγγραφέας κι αναζητούσε την ησυχία της. Το έμαθαν όλοι και καλύφθηκαν με αυτή την εξήγηση. Η γειτονιά βρήκε πάλι το ρυθμό της.

Όμως τελευταία ένας άντρας μπαινόβγαινε σπίτι της. Ένας ωραίος άντρας κι εκείνη ήταν πάντα χαρούμενη. Η κ. Φ. άλλαξε και πολλοί τη ζήλεψαν.

Πέρασε καιρός έτσι και μια μέρα είδαν ένα πωλητήριο στο σπίτι της. Εκείνη φορούσε πάντα ένα παράξενο καπέλο εκείνο τον καιρό, κατεβασμένο ως τα μάτια της, κανείς δεν είδε τα μάτια της ξανά.

Το σπίτι σύντομα πουλήθηκε. Ο τελευταίος άνθρωπος την είδε με μια μικρή βαλίτσα στο χέρι.

Όχι, δεν τελείωσε έτσι, τώρα θυμάμαι. Ο τελευταίος άνθρωπος που την είδε της έβγαλε το καπέλο.

Λάθος. Δεν τελειώνει έτσι.  Ο τελευταίος άνθρωπος που την είδε εκείνη του έβγαλε το καπέλο της και του έδειξε τα μάτια της.

Σύντομα την ξέχασαν.

12 Φεβρουαρίου 2019

Η Σημασία της Χαράς





Ας σου το εξηγήσω με απλά λόγια.
Στόχος μου, στόχος σου, στόχος μας είναι να βρεθεί η χαρά
κι αυτή σε έναν τόπο μόνο μπορεί να βρεθεί: μέσα μας.
Αν είναι να βρεθεί η ευτυχία ακόμα καλύτερα, όμως η ευτυχία είναι βαθύτερα μέσα μας, πιο λεπτή υπόθεση, πιο συγκεκριμένη, πιο δύσκολη στην ανεύρεσή της, πιο καθαρή και πιο κρυσταλλική. Και η χαρά διαύγεια είναι, όμως η ευτυχία είναι πιο αέρινη.

Αυτή είναι μια αρχή, μια αρχή του συναισθήματος και της ζωής.
Είναι, θα έλεγες, μια ακολουθία, και είναι έτσι από καταβολής ανθρώπου και κόσμου. Είναι έτσι από το θεό, δεν είναι έτσι ή αλλιώς, είναι μόνο έτσι όπως είναι.

Το κήρυξε ο Ιησούς, το είπαν όλοι όσοι το βλέμμα κάποτε έστρεψαν μέσα τους, πως αν δεν βρεθεί η χαρά ως βάση και θεμέλιο της ψυχής, της διαθέσεως και εντέλει της ζωής...
είναι όλα μάταια, γιατί όλα έρχονται δεύτερα και το συναίσθημα πρώτο.

Δεν είναι μυστικό, δεν είναι πολύπλοκο ούτε δύσκολο στην κατανόησή του. Δεν είναι μη λογικό ούτε έξυπνο, δεν ισχύει μόνο για έναν και για έναν άλλο δεν ισχύει. Δεν ισχύει μόνο για μια ορισμένη ιδεολογία και για άλλη δεν ισχύει. Ούτε μόνο για μια φιλοσοφία, μια θρησκεία και μια αντίληψη ζωής και για τις άλλες δεν ισχύει. Δεν ισχύει μόνο για τους αμόρφωτους κι αγράμματους και για τους γραμματιζούμενους όχι. Δεν ισχύει μόνο για τους φτωχούς και για τους πλούσιους δεν ισχύει. Ισχύει για όλους τους ανθρώπους, όλα τα ζώα, τα ψάρια και τα πουλιά, ισχύει για όλα τα έμψυχα όντα και μάλιστα και μερικά άψυχα. Γιατί ό,τι έχει ψυχή χρειάζεται τη χαρά όπως το οξυγόνο.

Γιατί αν δεν έχεις τη χαρά και έχεις όλα τα άλλα πως θα τα χαρείς; τι θα τα κάνεις; τι μπορούν να σου δώσουν αν η χαρά παγώσει μέσα σου και ακινητοποιηθεί; Που θα βρεις νόημα ζωής και από πού θα αντλήσεις ενδιαφέρον; Χωρίς χαρά στην καρδιά σου τι θα απογίνουν τα μάτια σου; θα μαυρίσουν. Χρειάζεσαι τη χαρά ως βάση, ως θεμέλιο ψυχής και το επιπλέον σου κάτι που θα πέσει μέσα στη χαρά σου. Όμως το επιπλέον σου κάτι, το αναγκαίο, το χρειαζούμενο και το επιθυμητό θα ακολουθήσει, και θα ακολουθήσει επειδή έρχεται δεύτερο. Και σου το λέει ο Χριστός: "Εσείς να αναζητάτε μόνο την βασιλεία των ουρανών, όλα τα άλλα θα ακολουθήσουν", τι δεν καταλαβαίνεις από τη φράση;

Χωρίς χαρά η ζωή είναι νεκρή, τα μάτια σβησμένα, τα πράγματα όλα σκιές, ο κόσμος ένα επίχρισμα μολύβδου, τενεκές και λαμαρίνες τα πέπλα και οι δαντέλες, ξερά τα λόγια, άδικα τα φερσίματα, πονηρές οι σκέψεις, ματαιόδοξοι οι αγώνες, φοβισμένα τα πουλιά, σκληρή και δύσκολη η ζωή, άρρωστο το σώμα, κακοί οι έρωτές του, σκάρτες οι φιλίες, ξένοι οι άνθρωποι.

Έχεις μόνο έναν σκοπό στη ζωή σου κι αυτός είναι τόσο ολοκληρωτικός όσο ολόκληρο στέκει ένα δέντρο, να βρεις μέσα σου τη χαρά, τη δικιά σου χαρά, την πηγαία σου, την παιδική σου κι όχι την χαρά των πραγμάτων. Κι αυτή η κίνηση χρειάζεται μια απόσταση από τα πράγματα και ένα σπάσιμο της προσκόλλησης μαζί τους, για να μπορεί να ανασάνει βαθιά η χαρά σου. Άλλωστε για άλλο λόγο δεν σου λέει ο Χριστός απαρνήσου τα όλα και ακολούθησέ με, το κάνει για να σε ξεκολλήσει, να σε αποσπάσει, να σε τραβήξει από τα πράγματα και την επιρροή τους. Που στο βάθος κάτω χαμηλά είναι απλά μια προσκόλληση με το σώμα, με τη σάρκα, γιατί η προσκόλληση με τα πράγματα και την ύλη, είναι πρώτα προσκόλληση με την ίδια μας τη σάρκα κι από τη στενή σχέση αυτή προκύπτει η γέννηση της σκιάς.

Άνοιξε με την παρατήρηση μια χαραμάδα ανάμεσα σε εσένα και το σώμα σου και θα έχεις πάρει μια απόσταση και ένα κενό από όλα τα πράγματα και όλη την ύλη, τότε θα αναδυθεί η χαρά σου σαν στρόβιλος και η χαρούμενη ψυχή σου μπορεί να καλεί όσα χρειάζεσαι και θα έχει πάντα όσα αγαπάει.

Γιατί αν βρεις τη χαρά τα βρήκες όλα, κι αν δεν βρεις τη χαρά δεν βρήκες τίποτα, επειδή όλα σε περιμένουν στη χαρά σου.

Η χαρά τα κάνει όλα εύκολα, όμως η ίδια δεν είναι και τόσο εύκολο να βρεθεί.

11 Φεβρουαρίου 2019

Τα Ψηλά Λουλούδια






Θα ‘ναι καλοκαίρι, θα έχουμε ελαφριά καρδιά και θα είμαστε ευτυχισμένοι. Θα πετούμε στα σύννεφα κυριολεκτικά, και κάπου κάπου θα πατάμε στη γη με το ένα μας δάχτυλο. Θα σε αγαπώ και θα μ' αγαπάς και θ’ αγαπούμε όλο τον κόσμο, θα χάσουμε τη διαίρεσή μας, άσπροι μαύροι κίτρινοι θα είναι όλοι παιδιά του ίδιου θεού· τα λουλούδια θα είναι ψηλά τότε, θα χανόμαστε μέσα στα λουλούδια χωρίς καμία ανησυχία, τα ψηλά λουλούδια θα αντικαταστήσουν το δάσος.

Θα σου λέω κρύψου να σε βρω και θα μου χαμογελάς, θα σε αγκαλιάζω και θα αγκαλιάζω πάλι τον εαυτό μου, θα σου κάνω έρωτα και θα ζω τόσο κοντά στον αναστεναγμό σου που θα τον κυβερνώ.

Θα είναι καλοκαίρι τότε και τα νερά του ποταμιού θα είναι δροσερά και καθαρά, θα καθρεφτίζεσαι στα νερά του χωρίς καμία παραμόρφωση· θα γελάς γάργαρα και θα το βλέπεις να πάλλεται στο νερό το γέλιο σου, θα είσαι χαρούμενη και θα το βλέπεις στον ουρανό που ανοίγει, θα είσαι γαλάζια από μέσα κι από την ευτυχία τα μάτια σου δεν θα σταματούν να ανεβαίνουν - θα τα κλέβουν πουλιά.

Θα βουτάς στο ποτάμι και θα γίνεσαι το ποτάμι, θα φιλάς εμένα και θα γίνεσαι εγώ, θα ακουμπώ το κεφάλι μου στο στήθος σου και το στήθος σου θα βουλιάζει, θα φιλώ τα στήθη σου και θα βλέπεις χαρούμενα τα δέντρα, θα φιλώ τις ρόγες τους και θα λυγίζουν οι κορφές τους, θα σε χαϊδεύω ανάμεσα στα πόδια και θ’ αλλάζει η θάλασσα, κι όταν θα έρχεσαι σε οργασμό θα πεθαίνουν όλοι οι κυνηγοί στη γη από το όπλο τους που σκοτώνει πουλιά.

Γιατί θα είναι καλοκαίρι και θα είσαι λευκή με διάφανα μάτια, η καρδιά σου θα είναι χρώμα και θα έχει πάρει το βάρος μιας πεταλούδας, και θα αισθάνεσαι τον εαυτό σου σαν ένα πέπλο, θα ζεις ανάμεσα στ’ αστέρια πραγματικά και θα μου κάνεις θαύματα με τα χέρια σου για να γελούμε σαν παιδιά.

Θα ζεις μέσα στ’ όνειρό σου και τα’ όνειρό σου θα ζει μέσα σου, κι εγώ θα είμαι εκεί κοντά μόνο για να σε θαυμάζω και να σε αφήνω στην αιωνιότητα να κολυμπάς.

Θα σου ζητηθεί πίστη που δεν την έχουν άνθρωποι, θα σου ζητηθεί δύναμη που οι άνθρωποι δεν τη βρίσκουν, όμως για μένα θα μπορείς πάντα δυό φορές κι όσα σου ζητώ πάντα θα τα βρίσκεις λίγα· θα μου λες ζήτα μου περισσότερα, ζήτα μου περισσότερα δυό φορές και θα το λαχταράς. Γιατί θα είναι καλοκαίρι και θα σε έχω πιάσει από το χέρι να σου δείξω τον αληθινό κόσμο, και θα σου ζητήσω να ξεχάσεις, να ξεχάσεις.

Και θα σου δείξω πράγματα που δεν μπορείς να φανταστείς, και θα σου μάθω πράγματα που λίγοι τα ξέρουν, ώστε να δεις με μάτια που λίγοι αποχτούν και να νιώσεις με αισθήσεις που οι πολλοί δεν τις έχουν. Θα σε περάσω από ένα μυστικό πέρασμα στην ψυχή μου κι εκεί θα ζήσεις.

Κι εγώ στο τέλος θα πεθάνω στα χέρια σου, στ’ αγαπημένα σου χέρια.

10 Φεβρουαρίου 2019

Παραστρατημένη Ιστορία





- Θέλετε να σας γράψω μια ιστορία; έτσι για να περάσει ευχάριστα η νύχτα της Κυριακής. Θέλετε; Μα τι σας ρωτώ; φυσικά θέλετε, σάμπως λεφτά θα δώσετε.
Χμ, σκέφτομαι τί θέμα να σας αρέσει, λέω να γράψω την ιστορία μιας, χμ, αρκετά ώριμης γυναίκας, που κει πάνω που είχε αρχίσει να πιστεύει πως χάθηκε τελικά το παιγνίδι της ζωής, με χαμένη αυτοπεποίθηση, ρυτιδούλες στην ακμή τους, λίγα κιλά περίσσια και καταβυθισμένη αυτοπεποίθηση... έδωσε μια και τινάχτηκε, πέταξε κι άρπαξε την ευτυχία.
Τι... δεν με πιστεύετε, μα γιατί;
Την είχε πάρει λιγάκι από κάτω η ζωή - να την έβαζε κάτω, όπως κάνουν στον έρωτα, καλά θα ήταν, θα το χαίρονταν κιόλας - όμως δεν την έβαλε κάτω, την πήρε από κάτω. Ένας λάθος γάμος, μια λάθος δουλειά, δυό τρεις λάθος φίλοι και συμβουλάτορες, μια κομμώτρια, μια καφετζού, ε, πολύ δεν θέλει.
Όμως την αγάπησε ένα παλικάρι, την ερωτεύτηκε.

- Καλά καλά... σβήστα όσα έγραψες, κανείς δεν θα πιστέψει την ιστορία αυτή.

- Βλάκα. Που πιάνεσαι από μια επιφάνεια κι εμφάνιση.
Αυτή η γυναίκα είχε να δώσει, κανείς δεν είχε πάρει ποτέ από αυτήν, φαντάζεσαι πόσα είχε να δώσει. Ο άντρας αυτός, ο νεώτερός της, το είδε στα μάτια της. Την κυνήγησε για να την κατακτήσει. Ξέρεις μπούφο, είδε ακριβά πράγματα που δεν τα αγοράζεις με κέρματα. Είδε στοργή σε αυτήν, είδε ζεστασιά, είδε λιμάνι, και μη νομίζεις, βασανισμένος ήταν ο άνθρωπος, ταλαιπωρημένος. Κι είδε στα μάτια της μια ζέστη που σε όλη τη ζωή του αναζητούσε. Είδες ποτέ ζεστά μάτια; αν δεις θα σου είναι δύσκολο να τα αποχωριστείς, ιδιαίτερα στην παγωμένη εποχή μας.

- Βλάκα. Δεν ξέρεις τί μπορεί να κάνει ο έρωτας. Μα που να ξέρεις τα άνθη που σκεπάζει. Τι είσαι, δημόσιος υπάλληλος;
Αλήθεια, πως υπολογίζεις τη νιότη εσύ; με αριθμούς τη μετράς; με περιστροφές της γης γύρω από τον ήλιο; Ξέρεις τι σημαίνει γενέθλιος ημέρα; είναι η Μέρα που θα Γεννηθείς από τον κόσμο των Άθλων.

Εσύ, τα κοινότυπα μάτια, τους είδες και έλεγες, μα καλά, τι της βρήκε; εκείνος έτρεμε μη τη χάσει. Υπολόγισες τον εαυτό σου ποτέ ως ψυχή, τον σκέφτηκες ως καρδιά κι ουσία; Α μπα, εσύ θεωρείς ακόμα το πετσί που σε σκεπάζει για οντότητά σου.

Καημένε. Αυτό σου λέω μόνο: Καημένε!

Η Γυναίκα αυτή μεταμορφώθηκε. Την μεταμόρφωσε ο έρωτας. Μήπως ξέρεις τη δύναμη του έρωτα; Πως να την ξέρεις, εσύ είσαι γεμάτος φίλτρα. Μα χωρίς τον έρωτα η ζωή θα μαραίνονταν, θα έσβησε. Τι είπες; Μόλις σου περιέγραψα την εποχή μας. Άχα, σε κόβει βλέπω.

Α ναι, και η σάρκα φλέγεται φίλε μου, δεν έχω αντίρρηση σε αυτό. Από σάρκα είμαι και εγώ. Αλλά σου ζητώ να δεις τον έρωτα ως σύνολο και να μην τον κόβεις σε μερίδες. Ψυχή σώμα μην τα διαχωρίζεις, αν το κάνεις θα πονάς. Κι αν πονάς θα υποφέρεις. Κι αν υποφέρεις θα υποφέρουν οι άλλοι από εσένα. Ακόμα κι εγώ υποφέρω από εσένα. Μαϊμού, ε Μαϊμού!
Μπανάνα εδώ μπανάνα εκεί την κατάντησες την όμορφη ζωή.

Ξεκίνησα να γράψω μια ιστορία αλλά με θύμωσες, γιατί σε ξέρω πως είσαι απίστευτος. Σε εσένα μιλώ σημερινέ άνθρωπε, είσαι απλώς απίστευτος και φτηνός, ένα σκουριασμένο κέρμα, κι εγώ σκέφτηκα να σου μιλήσω για τον έρωτα. Λάθος μου, ναι, ΛΑΘΟΣ ΜΟΥ!

Σάμπως δεν ξέρω την αντίληψή σου, χρόνια σε μελετώ, μέσα στα λεωφορεία σε βλέπω πως ξερογλείφεσαι για λίγη σάρκα. Λιγούρη, ε, λιγούρη!

Μα αν σου γράψω για τον έρωτα... που θα βρεις έκσταση να τον νιώσεις; με ποια ψυχή θα τον καταλάβεις; στα σκουπίδια θα τον ρίξεις, στα σκουπίδια σου και αυτόν και εμένα!

Για αυτό κι εγώ δεν σου γράφω για τον έρωτα, παρά μόνο σου δίνω μυρουδιές μήπως και ανοίξουν τα στραβά σου και υποψιαστείς, πως έξω από τον μικρό και λειψό κόσμο σου... ένας μεγάλος υπερήφανος αετός σαν κόσμος στέκει.

Μα τα μίκρυνες όλα μικρόψυχε και με ποιες διαστάσεις τώρα θα με καταλάβεις; από ποιο ύψος θα με συλλάβεις; μπορείς να σκύψεις να με δεις;

Όχι δεν σου γράφω την ιστορία, θύμωσα μαζί σου, καλύτερα πήγαινε ρίξε ένα κέρμα στη σχισμή να δεις μια γυμνή χορεύτρια.

Δεν θα σου γράψω για τον έρωτα, θα σε αφήσω στο σκοτάδι σου, μέχρι να πεις τρεις φορές, για την ζωή μου μετανιώνω!

Αναδυόμενη Αφροδίτη










Μάλλον θα πρέπει να γυρίσουμε πίσω ξανά - ίσως πολλές φορές
ζούμε σε βάθη ανεξερεύνητα - απάτητα
Περίμενε. Αυτό μόνο: Περίμενε
Να αναδυθείς, σαν την Αφροδίτη
μάθε από την Αφροδίτη
δώσε έμφαση στο: θα αναδυθείς
και ξέχνα αν θέλεις την Αφροδίτη
δεν έχει σημασία, το να αναδυθείς τονίζεται

Περίμενε
Δαμάσου
Ημέρεψε
Εξημερώσου
Μην αποστέλλεις φωτιές, επιστρέφουν δάκρυα

Από την ανταρσία την παλιά που σε καλπάζει ξεπέζευε
κοίτα το άλογο στα μάτια και κρατήσου από τα φτερά του

Σκέψου γατάκια, σκέψου μωρά
αναζήτησε το τρυφερό σου στοιχείο
δαμάσου
εξημερώσου
φτιάξε τη γροθιά χάδι
και μην μάταια μαστιγώνεις τη θάλασσα

Πες για άλλη μια φορά: απόπειρα αποδράσεως ματαιώθηκε
μάθε να το λες συχνά
δεν υπάρχει απόδραση, μόνο ανάδυση
μόνο η Αφροδίτη η Αναδυόμενη
ξέρει πώς να βγαίνει από τη θάλασσα.

08 Φεβρουαρίου 2019

Εκεί που πετούν τα χελιδόνια








"Μην κλαις αγάπη μου, εγώ είμαι εδώ για σένα", της είχε πει μια νύχτα που είχαν ξυπνήσει οι δαίμονες κι οι φόβοι της. Τι όμορφα λόγια, και εύστοχα, σαν να την διάβαζε, έλεγε πάντα εκείνο που εκείνη ήθελε ν' ακούσει, την προλάβαινε και τον πίστεψε.

Μια νύχτα την εγκατέλειψε, πήρε τον εαυτό του από κάτω της κι έφυγε, τράβηξε τον εαυτό του σαν χαλί κάτω από τα πόδια της.

Καθώς έπεφτε - νύχτες πολλές - συνάντησε τον αδερφό της - που είχε πεθάνει - έκανε μια στάση εκεί και μίλησε νύχτες μαζί του. Κι ο αδερφός της την άφησε. Την άφησε να πέφτει.

Παρακάτω συνάντησε τη μητέρα της - που είχε πεθάνει - έκανε μια στάση εκεί, μίλησε μαζί της, μάλωσε μαζί της, τελικά συμφιλιώθηκε μαζί της, την άφησε κι εκείνη, την κοίταζε να φεύγει με αγάπη και νοσταλγία.

Συνέχισε να πέφτει. Παρακάτω συνάντησε τον πατέρα της - που είχε πεθάνει -  μεγάλος έρωτας, ο πρώτος της. Του ζήτησε να την πάρει ξανά στην αγκαλιά του, όπως τότε που ήταν μικρή. Της έκανε το χατίρι για άλλη μια φορά, όμως κρύα η αγκαλιά του τώρα, άλλωστε ήταν καιρό νεκρός και τον δικαιολόγησε γι' αυτό. Τι έρωτας, τί αγάπη, τον πήραν κι αυτόν τα δάκρυά της, τελευταία στιγμή τον είδε να πετάει από το παράθυρο, της είχε μείνει στα χέρια μόνο το χαμόγελό του, πατέρα, του είπε τότε, πάρτο κι αυτό. Εκείνος γύρισε πίσω, πήρε το χαμόγελό του κι έφυγε μες τη νύχτα.

Συνέχισε να πέφτει. Παρακάτω συνάντησε το Χριστό. Τι έρωτας κι Εκείνος και πόσο είχε ως τώρα κουραστεί. Βρέθηκε στην αγκαλιά Του, της χάιδεψε τα μαλλιά, την παρηγόρησε, δεν ήθελε να φύγει από κοντά Του, όλα όσα είχε μάθει για Αυτόν ίσχυαν στο πολλαπλάσιο στην εφαρμογή τους. Καλό ν' ακούς έλα κοντά μου κι Εγώ θα σε ξεκουράσω γιατί το φορτίο Μου είναι ελαφρύ, αλλά άλλο να το κάνει κιόλας ο Χριστός.

Έμεινε καιρό μαζί Του, κατασκήνωσε στην καρδιά Του κι Εκείνος της μίλησε, της αποκαλύφθηκε, κι όσο τον αγαπούσε τόσο τον γνώριζε, δεν θα χώριζαν ποτέ αν δεν είχε κι άλλο να πέσει.

Συνέχισε να πέφτει και δεν είχε αλλού να φτάσει. Έφτασε στο Θεό, εκεί την περίμενε κι ο εαυτός της, ένα κοριτσάκι όχι περισσότερο από τριών τεσσάρων ετών, τυλιγμένο μέσα σ' ένα σύννεφο. Το πήρε στην αγκαλιά της κι άρχισε να κλαίει. Εκείνο ένιωθε ορφανό, το παρηγόρησε και την παρηγόρησε.

Θα έπεφτε κι άλλο αν είχε μέσα της το πού. Το πού να πέσει. Όμως επειδή δεν είχε μέσα της το πού να πέσει άρχισε να ανεβαίνει, και να ανεβαίνει, να την ανεβάζει η ψυχή της 
και να την ανεβάζει
να την ανεβάζει
να την ανεβάζει  

Την ανέβαζε ο ήλιος
την ανέβαζε
την ανέβαζε 


05 Φεβρουαρίου 2019

Στιγμή Αδυναμίας






Θυμάσαι; είχες έρθει ένα βράδυ να με βρεις αναστατωμένη
Κάτι σε βασάνιζε, κάτι δικό σου
Θυμάσαι; είχες τρέξει σε εμένα, ενώ είχες τόσους
Με ποια λογική, με ποιο αίσθημα ήρθες τότε
Με ποια γνώμη για μένα, με ποια πίστη και αγάπη κρυφή
Γιατί κάτι σε έχει σπρώξει

Ήσουν ζεστή, έκαιγες
Πάνω στον πανικό και την απελπισία σου
- θα ήταν ένα αθώο πρόβλημα - αλλά γιγάντιο
γιατί με άρπαξες και δεν ήξερα αν παλαίουμε ή χορεύουμε
και να φανταστείς καυχιόμουν πως γνωρίζω τα βήματα της αβύσσου

Όπου σε άγγιζα έλιωνες
Είχα την αίσθηση πως τριβόσουν
Και σε έχανα, ξεθώριαζες και σου φώναζα να γυρίσεις πίσω
Και έτσι όπως βυθίζονταν το βλέμμα σου μέσα σου
Πίσω από τις βλεφαρίδες σου…
Με έπαιρνες μαζί σου

Θυμάσαι; ήσουν ολόκληρη μια κραυγή
Κι από τη σιωπή σου άκουγα κράτησέ με
Σε φιλούσα να σε αναστήσω, να σε γυρίσω πίσω
Θαρρώ είχες ξεχάσει τον έρωτα

Θυμάσαι; πόσο σπαρακτικά με πλησίασες τότε
Πόσο σπαρακτικά με πλησίασες και γυμνή ολότελα
Όμως γιατί σκέφτηκες εμένα; Γιατί εμένα;
Τι είχα εγώ που δεν το είχαν οι άλλοι;
Γιατί μέσα στην πιο οδυνηρή αλήθεια σου έτρεξες σε εμένα;
Γιατί το έκανες αυτό και πως θα μπορέσεις τώρα να το πάρεις πίσω;
Πως μπορείς να πεις δεν συνέβη;

Γιατί μου αποκαλύφθηκες;
Και πως θα ζήσεις τώρα που σε ξέρω;
Αφού κάτι τέτοιο δεν περνάει όσες φορές κι αν το μετανιώσεις.

Γιατί μου μίλησες με την δικαιολογία πως ήσουν μεθυσμένη;
Γιατί δεν ήσουν μεθυσμένη, ήξερες καλά τι έλεγες
Και πως θα ζήσω τώρα εγώ με το μυστικό σου;

Γιατί το έκανες; Πως δεν μπόρεσες να πνίξεις για άλλη μια φορά την αλήθεια;
Γιατί δεν φρόντισες να ξεγελάσεις για άλλη μια φορά τον εαυτό σου
Αφού γνώριζες τον τρόπο – εκατοντάδες φορές το έκανες
Και πως εγώ τώρα να σε συγχωρέσω που σε ερωτεύτηκα;

Θυμάσαι; είχες πει με ένα μελοδραματικό και θεατρικό ύφος συγνώμη, αλλά ήταν μια στιγμή αδυναμίας μου
Όμως εγώ νομίζω πως μετά εκείνη τη στιγμή ήταν η στιγμή της αδυναμίας σου

Αναίρεσες, εγκλημάτησες, πρόδωσες
Όχι εμένα, όχι εμένα.

Εμένα δεν θα μπορούσες να με βλάψεις εσύ
η ομορφιά με καταδιώκει. 

Η Δίψα

Δεν ξέρω καλή μου, δεν ξέρω, αλλάζω βαθιά Περπατώ πλέον πάνω σε τριγμούς σταφυλιών Νέοι κόσμοι μου αποκαλύπτονται διαρ...