30 Μαρτίου 2019

Θείος Έρωτας






Πίσω από εμάς φέγγει, λάμπει
Πίσω από εμάς διαρκώς μεγαλουργεί
Για να φτάσεις στο πίσω από εμάς
Πολλές φορές χρειάζεται να διασχίσεις δάση
Να περάσεις μέσα από πολέμους, να δώσεις μάχες
Να πληγωθείς, να ματώσεις, να λυγίσεις, να σηκωθείς ξανά
Για να φτάσεις απλώς πίσω από εσένα.
Ο δρόμος μπορεί να κρύβει πολλές παγίδες και εμπόδια
Το παρελθόν σου όλο στα μάτια σου θ’ αποκαλυφθεί
Κι όλος ο χρόνος σου θα σου μιλήσει
Για να καταλάβεις όλη τη ζωή σου
Το τι συνέβη και τι συμβαίνει
Για να φτάσεις πίσω από εσένα, λιγάκι μόνο να δεις το λαμπρό άστρο

Πίσω από εμάς φέγγει, λάμπει, μια διαρκής ακτινοβολία αγάπης
Είναι όλα ήσυχα εκεί - πίσω από εμάς
Κανείς δεν μάχεται κανείς δεν πολεμά
Κανείς δεν φοβάται κανείς δεν πονά
Πίσω από εμάς η ειρήνη – και καλείται ο καθείς να τη φτάσει

Πίσω από εμάς ο Θεός – το φως μεγαλείο υπέρλαμπρο
Η ταραχή, ο φόβος, η αγωνία, η απόγνωση, η απελπισία και όλα της υπάρξεώς μας
Δεν ισχύουν, δεν συμβαίνουν πίσω από εμάς
Εκεί αταραξία, εκεί πάσα γαλήνη, γαλάζιο ολόθερμο
Καρδιά άσπρη, μνήμη αθώα λευκή, χαρά εκεί και ευτυχία παράλογη

Σε εμάς, σαν δικά μας να τα νιώθουμε, ναι, το παραδέχομαι πως ισχύουν
Όλα τα κακά μιας μέτριας μοίρας
Όχι όμως πίσω από εμάς, εκεί σιγή, εκεί ομορφιά, εκεί υψηλότατο δέος και έκσταση
Καλείσαι να τα φτάσεις.
Τον Θεό τον κούρασε η μοναξιά Του
Κι αν καταφέρεις καθαρά ν’ αφουγκραστείς μια νύχτα…
Τον ακούς να σπαράζει για σένα.
Σε κανέναν αιώνα δεν είχε τόση μοναξιά ο Θεός
Και η Αγάπη του, η Μεγάλη Στεντόρεια Αγάπη του που σε φέρνει κοντά Του
- Θέλεις δε θέλεις, μη νομίζεις… -
Έχει έναν τρόπο περίεργο, μυστικό, τυραννικό και βασανιστικό
Δρόμος ξέχειλος δοκιμασιών
Όμως, πες μου, τι να κάνεις εδώ;
Όταν το εκεί μαλακά φτερουγίζει και γουργουρίζει σαν μια ολάνοιχτη αγκαλιά
Να ξεκουραστείς, ν’ αναπαυθείς από τον τραχύ δρόμο

Πίσω από εμάς το ήρεμο απαλό φως
Και μπροστά από εμάς η σκιά του που μας δέρνει
Απλές φιγούρες τα σώματά μας που μας ξεγελούν
Με αισθήσεις ηδονής και απολαύσεων, ευχαρίστησης και μικρών νικών
Όμως πίσω από εμάς το νησί μας, η ξεκούρασή μας
Ο ένας μας προορισμός, της ψυχής μας ο μοναδικός καταλύτης: Ο Παράδεισος

Πίσω από εμάς, πίσω από τα σώματά μας και τις αισθήσεις τους
Τόσο βαθιά αν κατέβεις και δεις το φως θα γλυκαθείς
Η σκέψη του θα σε συγκλονίσει
Τότε το φως θα ερωτευτείς, αληθινή ζωή θα το πεις
Και έρωτας θεϊκός μέσα από το αίμα σου ζωτικά θα σε ταράξει·
Τη ζωή σου όλη στα χέρια Του θα εμπιστευτείς
Εσύ στην άκρη θ’ αποτραβηχτείς
Κι ολημερίς θα βλέπεις των αγγέλων τη μυστική κίνηση

Πίσω από εμάς το φως
Μαζί του να ενωθείς καλείσαι
Με κάλεσμα που να το σταματήσεις μπορείς
Όμως αν θέλεις να δεις δεν θα το κάνεις
Μέχρι τα μάτια σου να πάρει ο Θεός.

29 Μαρτίου 2019

η σωτηρία ήρθε μυστικά





Η κυρία Λ. κατέβαινε με χάρη τα σκαλιά, όσο περισσότερο την παραμελούσε ο σύζυγός της τόσο καλύτερα ντύνονταν. Όχι πως είχε εραστές, αλλά να είναι σέξι, να είναι προκλητική, ένιωθε να παίρνει εκδίκηση από εκείνον. Μεγαλωμένη σε οικογένεια μεγαλοαστών εμπόρων και παντρεμένη από συνοικέσιο… ήταν αληθινά μια θλιμμένη γυναίκα.

Την τρυφερότητα, τη στοργή, δεν τα είχε γνωρίσει ποτέ, μάλιστα δεν είχε ευδοκιμήσει ο καιρός να κάνει ένα παιδί, και κόντευε τα σαράντα. Η ζωή της μέσα στους κοσμικούς κύκλους αποτελούσε τη μόνη της διέξοδο, άλλωστε όλες οι φίλες της έπαιρναν από καιρό χάπια, κι είχαν μια έντονη τάση να τη στρέψουν σε γνωστούς τους ψυχιάτρους, που κουράριζαν τις ίδιες.

Η κυρία Λ. ζούσε στο σκοτάδι κι ήταν η μόνη ζωή που γνώριζε.  Και καθώς τώρα ήταν καιρό ανέραστη… ένιωθε συχνά ημικρανίες και ζάλες.

Μια μέρα την πλησίασε ένας παράξενος τύπος και παράξενα την κοίταξε. Δεν πρόλαβε – ή δεν είχε το χρόνο – να καταλάβει το βλέμμα του, όμως της έκανε εντύπωση. Πήγε τη βόλτα της στα μαγαζιά, τελείωσε τις δουλειές της, και μετά γύρισε σπίτι της. Το βράδυ τον ονειρεύτηκε. Κάτι είχε κρατήσει το υποσυνείδητο της από αυτόν, το βλέμμα του με έναν τρόπο πέρασε μέσα της.

Την άλλη μέρα τον είδε, με μια απορία, ακουμπούσε σε μια κολόνα και τον πρόσεξε καλύτερα. Ήταν ένας όμορφος νέος και μικρότερός της και έμοιαζε κάπως αλήτης, ή κάπως ανέμελος, ή ξέγνοιαστος, χαρούμενος πάντως και ανοιχτόκαρδος, δεν τα έβαλε σε μια τάξη αυτά.

Τη νύχτα όμως τον σκέφτηκε κι είχε ένα μικρό όνειρο μαζί του. Και συνέχισε και τις επόμενες νύχτες να τον σκέφτεται, έτσι που της έγινε σχεδόν απαραίτητος. Πέρασε λίγος καιρός ακαθόριστος έτσι, που άλλες φορές τον έβλεπε στο δρόμο άλλες όχι, όμως κάποια στιγμή, άρχισε γι’ αυτόν να ελπίζει. Θα έλεγες κρατήθηκε από αυτόν. Θα μπορούσες ακόμα να το πεις, από απόγνωση, ή απελπισία, έφτιαξε μια σχέση μυστική μαζί του. Τόσο ζεστή, ανθρώπινη και όμορφη σχέση… που τις νύχτες πια της έφτιαχνε έρωτα.

Όλο αυτό η κυρία Λ. το έζησε ως πραγματικό κι ανομολόγητο. Μέχρι που απόκτησε αυτό μια δύναμη στην ύπαρξή της, τη δύναμη να την ανεβάζει ή να την ρίχνει, ανάλογα. Κι αφού γέμισε ως επάνω από αυτό το φανταστικό… ξεχείλισε. Κι ένιωσε έτσι αυτό που ξεχείλισε να θέλει κιόλας να τρέξει, ακριβώς σαν νερό, επειδή, τελευταία, αυτό το ίδιο είχε αρχίσει να πληγώνει καθώς φούσκωνε.

Και τώρα η κυρία Λ. καλέστηκε να βρει το θάρρος, την τόλμη, γιατί, χωρίς να το καταλάβει, άρχιζε να ζει πίσω από κάτι. Κάτι σαν τοίχο, κάτι σαν εμπόδιο, κάτι σαν πόρτα που της ζητούσε να την ανοίξει.

Η κυρία Λ. οπλίστηκε με θάρρος και αποφάσισε να του μιλήσει. Όμως κάθε φορά που τον πλησίαζε το μετάνιωνε και γύριζε πίσω. Άρχισε τις νύχτες να κατηγορεί τον εαυτό της γι’ αυτό κι άρχισε επίσης να βαλαντώνει στο κλάμα. Πως πιάστηκε στην ξόβεργα δεν το κατάλαβε, ήταν όμως ερωτευμένη. Και μάλιστα γνώριζε με κάθε λεπτομέρεια το σώμα του αόρατου εραστής της.

Για να μπορέσει να βρει τη λύση μια νύχτα ήπιε αλκοόλ, και με το θάρρος που της έδωσε… κάθισε και του έγραψε ένα σημείωμα. Όμως την άλλη μέρα, με πονοκέφαλο καθώς ήταν, το βρήκε ανοησία και το έσκισε.

Τώρα η κυρία Λ. ένιωθε φυλακισμένη. Μάλιστα τις νύχτες είχε αρχίσει να προσεύχεται και να εύχεται. Ένα πρωινό χτύπησε το κουδούνι και άνοιξε την πόρτα, ήταν εκείνος, οπλισμένος με κάτι πριόνια και σφυριά, ήταν μαραγκός και τον είχε φωνάξει ο άντρας της για μια δουλειά στο σπίτι. Η καρδιά της κυρίας Λ. πήγαινε να σπάσει. Του άνοιξε, τον χαιρέτισε, και μετά έτρεξε και κλειδώθηκε στην κάμαρά της. Μετά ένιωσε ανόητη και βγήκε και του μίλησε, του είπε αν ήθελε να του φτιάξει καφέ.

Εκείνος δέχτηκε και της χαμογέλασε, κι ήταν τόσο αληθινός, που η κυρία Λ. ένιωσε να τον έχει φανερώσει το όνειρό της. Περιέργως, αλλά ο άντρας όλ’ αυτά που της συνέβαιναν τα ένιωθε. Και θέλησε έτσι να τη βοηθήσει. Μια στιγμή που τον πλησίασε την άγγιξε. Η κυρία Λ. ένιωσε έν’ απίστευτο ρίγος που ένιωσε μαζί να μη το αντέχει. Έγινε κατακόκκινη και της ήρθε λιγοθυμιά. Εκείνος την κράτησε για να μην πέσει. Κι έτσι όπως την είχε στα χέρια του την κοίταξε στα μάτια. Η κυρία Λ. ένιωσε να εξατμίζεται.

Τον μύριζε, τον έβλεπε, τον άγγιζε και δεν μπορούσε να συμμαζέψει την καρδιά της.
Όταν εκείνος τελείωσε τη δουλειά του την κοίταξε με ένα βλέμμα περίεργο, εκείνη τον κοίταξε με παράπονο. Ο άντρας έφυγε, αλλά γύρισε πίσω. Της άνοιξε το χέρι, της έβαλε μέσα του ένα σημείωμα, της το έκλεισε πάλι, και μετά την κοίταξε. Αυτά.

Ήταν μια διεύθυνση και η κυρία Λ. είχε κουραστεί με όλ’ αυτά. Τη νύχτα έτρεξε σπίτι του και του δόθηκε με όλο το σώμα της και όλη την ψυχή της. Ήταν μια νύχτα, που αν της ζητούσαν να επιλέξει ανάμεσα σε αυτήν και όλη τη ζωή της… θα επέλεγε δίχως σκέψη τη μια αυτή νύχτα. Ένιωσε να παίρνει πίσω της ζωή της, να την κερδίζει.

Η κυρία Λ. σύντομα χώρισε από τον άντρα της. Δεν κατέληξε ωστόσο στην αγκαλιά του εραστή της επειδή εκείνος είχε φύγει ξαφνικά για ένα μακρινό ταξίδι. Ωστόσο εκείνη κατάλαβε πολλά πράγματα για τη ζωή στη σύντομη σχέση τους και παραδόξως, έμαθε σύντομα να κρίνει ορθά και να παίρνει γρήγορες αποφάσεις.

Μετά λίγους μήνες, η κυρία Λ. φόρεσε ένα τζιν κι ένα λευκό φανελάκι και τελευταία φορά την είδαν με ένα μικρό βαλιτσάκι να παίρνει το καράβι. Οι φήμες οργίασαν πίσω της, ακριβώς όπως γίνεται όταν κάποιος το σκάει για τ’ ανοιχτά…

Το Τραγούδι του Τζίτζικα





Χρειάζεται να βγω από το παράθυρο και να τινάξω την άνοιξη σαν σεντόνι. Σαν σεντόνι που πάνω του πάλεψαν εραστές. Κι αναρωτιέμαι, αν γίνεται μια άνοιξη να τη φάνε τα σκουλήκια. Ίσως κακώς αναρωτιέμαι, η ιστορία φανερώνει πως το μπορούν. Ένα παράδειγμα είναι πως την άνοιξη του Φαραώ την έφαγαν οι ακρίδες. Την άνοιξη του Χριστού οι Φαρισαίοι και την Άνοιξη του Σωκράτη οι αστοί. Αν και εδώ που τα λέμε… κι οι φαρισαίοι αστοί της εποχής ήταν.

Κι όμως η άνοιξη έρχεται σαν ένας κατακλυσμός, από τον Ιησού ένα σώμα κατάφεραν να φονεύσουν κι από τον Σωκράτη επίσης ένα σώμα, τούτοι ζουν στην εποχή μας περισσότερο από πολλούς ζωντανούς. Αν το καταλάβαιναν βαθιά αυτό οι άνθρωποι θα λύναμε πολλά προβλήματα, πως τελικά – εντελώς τελικά – δεν μπορείς να κάνεις κακό, δεν μπορείς να βλάψεις.

Μπορείς να γίνεις το βάσανο κάποιου, το εμπόδιο κάποιου, το αγκάθι κάποιου, το πρόβλημα κάποιου, κι αυτό έχει να κάνει με την αυτοπεποίθησή σου και την αυτόεκτίμησή σου, αλλά και την εικόνα που έχεις για τον εαυτό σου. Αν αισθάνεσαι τον εαυτό σου πρόβλημα κανείς αυτό δεν μπορεί να σου το αλλάξει. Θα το περάσεις αυτό οπωσδήποτε ως πρόβλημα των άλλων.

Έξω έχει μια όμορφη μέρα, άσχετη με τα προβλήματα των ανθρώπων, κανείς δεν τη χαίρεται.
Ανάμεσα στον άνθρωπο και τη μέρα του υπάρχει μια μεγάλη απόσταση. Ανάμεσα στον άνθρωπο και τη μέρα του υπάρχει το ανθρώπινο σώμα. Μάτια που μόνο τείνουν προς τη μέρα.

Απρίλης κοντεύει, προθάλαμος του καλοκαιριού, κι ίσως οι ψυχές μας σε τούτο τον προθάλαμο να εγκλωβίζονται συχνά και να μαζεύουν δίψα και λαχτάρα αποδράσεων. Κι ύστερα, ίσως οι ψυχές μας να μας ονειρεύονται, αλλά και να μας μισούν.
Υπήρξαμε παιδιά όλο ψυχή, όλο Απρίλη, ολόκληρα καλοκαίρι και φωτεινά.
Πριν γείρουν τα μεγάλα μας μάτια. Κάποτε ο κόσμος υπήρξε φιλικός, μετά, έγινε απλά άδικος. Κι αλλάξαμε εμείς μέσα στις εποχές. Κι ενώ οι εποχές συνέχισαν πολλοί από εμάς σταμάτησαν. Κι ενώ η γη συνέχισε να γυρίζει εμείς ρίξαμε άγκυρα στο βυθό μας. Έτσι χάσαμε το βήμα. Η μέρα ακολουθούσε πάντα με ακρίβεια την πορεία της, όμως οι άνθρωποι μαλώσαμε με τη μέρα. Κι ενώ απλά μέρα ήταν, θελήσαμε να την φτιάξουμε δικιά μας κι έτσι την είπαμε. Δικιά μας μέρα, όμως σύμφωνοι με τη μέρα, υπήρξε κάτι που χρειάστηκε να βρεθεί ξανά.

Για να συμφωνήσεις με τη μέρα χρειάζεται να πάρεις γραμμή από τη μέρα, στον ήλιο να γίνεσαι ήλιος και νύχτα στη νύχτα, το απόγευμα απογευματινός και στη βροχή βρόχινος, να παγώνεις στο κρύο να λιώνεις στη ζέστη. Την άνοιξη να είσαι ερωτευμένος πάραυτα και να έχεις μάτια για τις αμυγδαλιές και όσφρηση για τις μυρουδιές, να έχεις αφή για τα μαλακά πράγματα και χάδι για τα πονεμένα, να έχεις στοργή για τα ξένα, γιατί έγινε τέχνη πια να πλησιάζεις τα πράγματα και πολλοί άνθρωποι στο τραγούδι των τζιτζικιών ακούν θρήνο.

28 Μαρτίου 2019

Κάτι για μια ευλύγιστη κοπέλα, την Ελευθερία





Θέλω να γράψω κάτι όμορφο αλλά στην ψυχή μου επικρατεί αναταραχή. Αν δακρύσω θα πνιγούν συνοικίες, αν θυμώσω θα πάρω σβάρνα μια πολιτεία, αν εξ απολύσω τη σιωπή μου θα κάψει όλης της γης τα σπαρτά, χρειάζεται να μάθω να κοιτάζω σωστά.

Ωστόσο θέλω να μεταναστεύσω σε μια πολιτεία ερημικά όμορφη, όπου οι σκύλοι σε γλυκοκοιτάζουν και τ' αγκάθια μοσχοβολούν. Ωστόσο, θέλω να πιστεύω πως η θάλασσα δεν πνίγηκε μέσα στη λίμνη. Κοιτάζω να χαλαρώσω έναν βραχνά, που μου σφίγγει στη μέση σαν χαλινάρι που το φόρεσαν σε μικρό παιδί. Να είμαι σκλάβος δεν έμαθα, δεν ξέρω πως. Να υπηρετώ το ξέρω, είναι υψηλή θέση τιμητική.

Να είμαι σκλάβος δεν έμαθα, δεν ξέρω πως.
Σκέφτομαι το τρομακτικό κόστος της ελευθερίας.
Να είμαι ελεύθερος σ’ ένα βουνό το ξέρω, να είμαι ελεύθερος σ’ ένα μοναστήρι το ξέρω, όμως να είμαι ελεύθερος εν κοινωνία και μέσα στους ανθρώπους… ε, αυτό είναι επιστήμη.
Τι είναι ανοχή; Έχεις κανείς την απάντηση;
Τι είναι συμβιβασμός; Ξέρει κανείς;
Τι είναι καταναγκασμός και τι καταπίεση; Ποιος θα μου πει;
Τι είναι κάνω δίχως να θέλω και δεν θέλω αλλά το κάνω; Ποιος θα λύσει το γρίφο;
Και εντέλει, αν χαλάσεις όλες τις φωλιές των παράδοξων κινήτρων, που σε ωθούν διαρκώς σε μπελάδες και παράταιρες σχέσεις, πως ζεις; Θα άλλαζες όλα τα συφοριασμένα στη ζωή σου για μια όμορφη μοναξιά;

Ήταν, λέει, ανυπότακτος, ήταν ατίθασος, είχε αίμα επαναστάτη. Ένα ξερό αγύριστο κεφάλι, να θέλει να κάνει το δικό του, επίμονος και πεισματικός, χτυπούσε το πόδι του στη γης κάτω.
Του άρεσε η αλήθεια και τα ωραία κόκκινα σαν κεράσια χείλη των γυναικών.
Μοναχικός σαν γδούπος πολυκατοικίας που έπεσε. Κι απόμακρος. Αγαπούσε, ποιος να ήξερε. Τον έβρισκαν πάντα σ’ ένα ποτάμι να πετάει πέτρες στο νερό. Έμοιαζε να περιφρονεί τους ανθρώπους, τους κοίταζε από ψηλά, ή από χαμηλά; Ποιος ξέρει.

Ήταν αυτός ο απροσάρμοστος ή οι άλλοι; Και τι σημαίνει προσαρμογή; Δηλαδή, αν προσαρμοστείς σε ένα κελί ένα επί ένα είναι εντάξει; Και ποιο εντάξει αν το κελί είναι δύο επί δύο. Κι ακόμα πιο εντάξει σε ευρύχωρο κελί; Έτσι πάει; Ας μου απαντήσει κάποιος.
Μήπως πηγαίνει με τη σύγκριση; Μήπως λέμε, να η Μαρία γέρνει περισσότερο άρα εγώ είμαι ίσιος.

Ελευθερία, αλλά για ποιο πράγμα; Και καταδυνάστευση αλλά για ποιο συμφέρον;
Μάλλον πρέπει να μάθει κανείς από τα πουλιά, να ζει σαν πουλί. Καμιά φορά λυπάμαι τους σκύλους της πόλης,  έχουν μια αφάνταστη πλήξη, είναι σαν να τους ρούφηξε κάποιος από μέσα τους τη φύση τους.

Έχω κατανοήσει τον μπάσταρδο έρωτα.

Ελεύθερος, τι βαρυσήμαντη έννοια! Προσωπικά νομίζω είμαι απλά ένας τεμπέλης!
Ίσως είμαι ένα σφάλμα γέννησης. Αλλά να, δεν μπορώ εύκολα να τα βρω με ό,τι με τρώει. Αν με τρώει με τρώει. Αν δε το δω με τρώει περισσότερο. Αν το φτιάξω ωραίο με κατέφαγε. Αν πω ψέματα τρώει πιο βαθιά. Τους ρωτάς τι κάνετε, καλά απαντούν, όμορφα, ενώ εκείνο από μέσα δαγκώνει. Να κοιμάσαι παρέα με ένα κάτι που δαγκώνει. Με τι κοιμάστε παρέα; Με ένα κάτι που δαγκώνει!

Να έχεις μια ωραία όμορφη σειρά δόντια για να μοστράρεις χαμόγελο… κι από μέσα μια άλλη σειρά δόντια όχι τόσο φιλικά για την ύπαρξή σου. Να μην ισχύει καν το δεν ξέρω δεν απαντώ, ξέρεις δεν ξέρεις η ερώτηση ρωτάει. Κι αν δεν την απαντάς βαθύτερα ρωτάει. Έτσι που πεθαίνεις μια ώρα σαν αναπάντητο ερωτηματικό. Ωσαννά!

Να είσαι ελεύθερος άνθρωπος, μόνο έτσι αξίζει η ζωή. Να κάνεις απλώς τις επιλογές σου, μα σάμπως όλοι αυτό δεν κάνουν; Ανοχή, κέρδος, συμβιβασμός, πολιτική και διπλωματία, στροφή μέσα στις στροφές, πάνω στη σκέψη σου εσύ να ζυγιάζεις υποθέσεις, κάτω στην ψυχή σου το έρεβος, και να λες είμαι.

Είσαι αλλά τι; είσαι εκείνο που ελευθερώνει την ψυχή του ή εκείνο που τη σκλαβώνει; Είσαι εκείνο που υπερασπίζεται και υποστηρίζει την ελευθερία του ή εκείνο που την υπονομεύει και την εχθρεύεται; Είσαι εκείνο που φοβάται ή εκείνο που νικάει το φόβο του; είσαι εκείνο που πονάει ή εκείνο που αντιστέκεται στον πόνο του; Μήπως είσαι στο ανάμεσα; Είσαι εκείνο που πηγαίνει κοντά στη φωτιά και κοντά στο δράκο, ή εκείνο που τινάζεται απότομα μόλις αγγίξει φλόγα και δαγκώνει ότι βρει γύρω του; Θα έβαζα στοίχημα, πως τώρα δα αν σταματήσεις μια στιγμή και σκεφτείς, θα συμφωνούσες μαζί μου, πως μέσα στον άνθρωπο, βαθιά χωμένο μέσα στη μοναξιά του, υπάρχει ένα κάτι τί ανυπόφορο. Που μπορεί να γίνει από βαρέως ανυπόφορο ως ελάχιστα ανυπόφορο. Κι αυτή είναι η σκλαβιά.

Ονειρεύομαι αθώα μεγάλα μάτια παιδιών.



26 Μαρτίου 2019

Οι Αναγεννημένοι




Χάνονται οι μνήμες, σαν πεζοδρόμια που βουλιάζουν στη θάλασσα
Κανείς δεν βαδίζει πια πάνω στα παλιά χνάρια, ακόλουθοι και πρωτοπόροι συναντιούνται κι αγκαλιάζονται
Κάποιος στρώνει τους δρόμους με καρφιά· τα κόκκινα χαλιά κόκκινα ανατινάζονται
Ήταν εύκολα όλα μια παλιά μέρα - μετά ο καθένας καλέστηκε να σηκώσει τον ήλιο του
Τ’ αδέρφια όλα ναυαγήσαν, από τις σχέσεις μια μνήμη απομένει, μόνο η αγάπη κρατάει κι όσοι πέσουν τη βρίσκουν
Τόσος αγώνας να φτάσεις εκεί που δεν σε περιμένει κανείς, τόσος αγώνας να φτάσεις στη μοναξιά σου
Και να που ο κόσμος επέστρεψε στο παρών, όμως λίγοι ζουν στο παρών
Και για να συναντήσεις ανθρώπου αίσθημα θέλει να το φέρεις στα μάτια του, στο στόμα του δεν το βρίσκεις
Κι αν πεις να συναντήσεις τον ίδιο τον άνθρωπο θέλει νύχτες να τον ψάχνεις μέσα στο δαιδαλώδες σώμα του.
Κατά βάθος μόνοι μέσα στην ανθρωπότητα κι αυτό να θεωρείται επίτευγμα
Τα σύννεφα μιας παλιάς θλίψης. Σαν πεις να αναγεννηθείς στο ίδιο κόσμο πάλι φτάνεις.
Βαπτίσθηκα τρεις φορές στη ζωή μου, μια στ' όνομα του Χριστού, μια στ’ όνομα του πλήθους, και μια σ’ ένα όνομα που δεν υπάρχει.
Έτσι που λες, οι νονοί μου ας με άφηναν δέντρο.
Περιπέτεια που περπατάει πάνω σε δάφνες· ο χρυσός με τυφλώνει
και από το σκοτάδι και από το φως τυφλώθηκα, μόνο ν’ ακούω τη θάλασσα θέλω πια, και να βρίσκω απάγκιο σε καρδιές παιδιών, να ξαποσταίνω πάνω σε πούπουλα μεταμέλειας
Μονάχα να μην αισθάνομαι τραγικά, να μη βλέπω μάτια ναυαγισμένα στο χρόνο
Το φάντασμα μιας αξόδευτης αγάπης, που με τον καιρό παίρνει σώμα.
Να αναγεννηθείς μέσα από τα ύδατα των στεναγμών, να φτάσεις δριμύς στην πεμπτουσία των αισθήσεων, στο πολύχρωμο άδειο, όπου ζουν οι κάθετοι άνθρωποι
Όσοι σώθηκαν από τις στροφές για να δουν την έκπληξη, όσοι καταφέρνουν να φτάσουν στην τελική της υπάρξεως αγωνία
Να αναγεννηθείς, νέος μέσα σε παλιό σώμα, καινούργιος στην καρδιά του παλιού κόσμου, φρέσκος μέσα στο αξεδιάλυτο παρελθόν των άλλων
Να έρθεις στο τώρα με αγάπη στα χέρια για να σταυρωθείς, λευκός να πέσεις ίσια μέσα στην κατάρα.
Να αναγεννηθείς, σαν φάλτσα μουσική μέσα στις κραυγές, ένας λευκός λύκος σε δάσος άγνωστο
Που είναι τα πουλιά, που είναι οι φίλοι μου; κι αυτή την εκκωφαντική μουσική ας τη σταματήσει κάποιος! Αν μπορεί.
Αμαρτωλοί γιατί θελήσαμε. Και ένοχοι γιατί μπορέσαμε.
Μας έμελλε να ονειρευτούμε, δεν το θέλαμε, εξαναγκαστήκαμε από του ονείρου το αντίθετο, η άλλη όχθη μας έσπρωξε σε αυτό το νησί, όπου το χώμα του δεν πατάει πουθενά. Κι ύστερα θέλει να χάσεις και το παράπονο, σιγανά να ξεφύγεις από την αναζήτηση της παρηγοριάς. Τόσο μόνος πουλί στο δάσος κι αφιλοκερδώς να τραγουδάς. Τόσο καλά να είσαι που να μην περιμένεις τίποτα. Τόσο καλά, ποιος το μπορεί τόσο καλά; Τρομάζει να μην έχεις δυστυχία! Να ζεις δίχως πόνο, αυτό κι αν είναι εφιάλτης!
Η ομορφιά, αυτός είναι ο τελευταίος πειρασμός, να αντέξεις την ομορφιά!
Κι αν αυτή δεν σε σκοτώσει ποιος ξέρει τι άλλο υπάρχει ν' αντέξεις!
Έμαθαν να αντέχω, τώρα αν δεν υπάρχει κάτι να αντέχω μου κακοφαίνεται!
Κάτι δεν πηγαίνει καλά στον κόσμο μας, συλλογιέμαι, κάθε που τον βρίσκω όμορφο!
Ίσως να μην πηγαίνει κάτι σ' εμένα καλά, πιο προσφιλείς μου μοιάζει τούτη η θέση.
Έμαθα να τα παίρνω όλα πάνω μου, ύστερα να τ’ αφήνω. Η αδικία δεύτερη φύση μου έγινε. Να είμαι δίκαιος μου μοιάζει τώρα σπουδή που δεν την καταλαβαίνω. Να είμαι τώρα ειρηνικός μου μοιάζει τέχνη πολέμου. Κι έρχονται στιγμές που σκέφτομαι να πω πόρνη γαλήνη!

Να αναγεννηθείς έχει τρομακτικό κόστος. Να μάθεις καλά, να εντρυφήσεις στ’ άδυτα της θυσίας, να μάθεις να χάνεις με χαμόγελο και να ξεχνάς τον ορισμό της νίκης όπως σου τον μάθανε. Όχι νίκη πάνω στον άλλον, μόνο του θανάτου του αρμόζει η νίκη σου!

Να αναγεννηθείς, να μάθεις να επιπλέεις στο κενό, να βγεις από το αίμα των προγόνων σου. Να κολυμπήσεις μέχρι να φτάσεις στα μάτια σου και να αντέχεις τα μάτια των άλλων.

25 Μαρτίου 2019

Οι Ασκοί του Αίολου




Άνοιξαν οι Ασκοί του Αίολου, είπε
και λοιπόν; απάντησε
θα δοκιμαστείς τώρα, είπε
τώρα; θα δοκιμαστώ τώρα…; απάντησε
και γέλασε

Μα τι νομίζεις σε όλη τη ζωή μου κάνω? Απόρησε
Θα δοκιμαστώ τώρα, λες, το κάνεις σαν κατόπιν έρευνας
με βρήκες ένοχο για κάτι, μήπως
οι δικαστές άραγε δεν έπεσαν σε λήθαργο
ποιος με ξέρει εμένα ώστε να με κατηγορήσει κιόλας
εγώ είμαι πια το κενό, και μήπως οι κατηγορίες σας
στο κενό δεν πέφτουν

Θα σε συλλάβουμε, είπε
θα με συλλάβετε? Απόρησε και γέλασε
μα δεν το καταλάβατε πως παραμένω ισόβια ασύλληπτος

Ποιο είναι το ποινικό μου αδίκημα;
ένοχος, είπε
ένοχος για ποιο πράγμα? Αναρωτήθηκε
για όλους και όλα, είπε
όλοι είναι ένοχοι για όλους και όλα, δεν το γνωρίζεις τάχα;
Πώς να το γνωρίζω; Αναρωτήθηκε
μα από την κοιλιά της μάνας σου, είπε
πάντα ήταν τόσο απλό

Γέλασε. Αθωώθηκα με δικιά μου πρωτοβουλία, σκέφτηκε
από τότε άνοιξε η φυλακή σας
πως μπορείτε τώρα εσείς να με κλείσετε σε οποιοδήποτε μέσα;
Αφού και ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους έξω είμαι
αφού και το βλέμμα μου να φυλακίσετε εγώ πάλι βλέπω
αφού και τη σκέψη μου να φυλακίσετε εγώ με την
κατανόηση και την καρδιά μου καταλαβαίνω

Άνοιξαν οι ασκοί του Αίολου, είπε
τώρα δεν υπάρχουν μυστικά
και που πάμε τώρα άραγε;
Όπου ο άνεμος πει και το τιμόνι,
καλύτερα έτσι, σκέφτηκε, δεν έχω κανένα βάρος
και ελαφριά χαμογέλασε

Δέστε τον, είπε, δέσμιος
εσείς οι δεσμώτες μου, δέσμιοι από τους αιώνες
με δένετε; Απόρησε, με τα δικά σας δεσμά;
Τι παραλογισμός θεέ μου να προσπαθείτε να φυλακίσετε χαρταετούς
και στην άστοχη προσπάθειά σας αυτή
να φυλακίζετε και το παιδί που στο χέρι του κρατά το νήμα
θα ήθελα να φτύσω στη σάπια καρδιά του κόσμου σας
κι ύστερα, άραγε εγώ, γιατί να μην μπορώ να φωνάξω σας κατηγορώ!
α ναι, σας κατηγορώ, κι αν όχι εγώ η ψυχή μου το κάνει!
Εσάς κατηγορώ που φυλακίζετε ανέμους!

Ένοχος, είπε
αλλά εκεί που η ενοχή τους έπεσε η ψυχή γέλασε και φύτρωσε ανθός λουλουδιού
κρατώ τη βάρκα μου και σας αφήνω το καράβι
στα χέρια σας, αν έχετε χέρια εσείς κι όχι δρεπάνια
όμως δεν σας μισώ δήμιοί μου, γιατί αυτή θα ήταν αληθινή καταδίκη μου
από ψηλά σας αγαπώ και δεν σας κρίνω
ή φτήνια σας δεν με αγγίζει πια

Ένοχος, είπε ο δικαστής
όμως ο κατηγορούμενος χαμογέλασε
και η ενοχή και η ποινή μαζί της, έπεσαν στο κενό.



24 Μαρτίου 2019

Η Ομορφιά του Δάσους





Μικρή έβλεπε ένα όνειρο, πως ταξίδευαν με ένα τρένο με τη μητέρα της.
Και της έρχονταν τότε μια ζωηρή επιθυμία να πηδήξει από το τρένο,
ενώ η μητέρα της τη μάλωνε και τη συμβούλευε. Παιδί μου, της έλεγε,
δεν είναι πράγματα σωστά αυτά που σκέφτεσαι, το τρένο προχωράει πάνω σε ράγες και μας πηγαίνει βέβαια στον προορισμό μας, μα αν πηδήξεις από το τρένο θα χαθείς, στο δάσος μέσα θα χαθείς. Κι εκείνη τότε έκλεινε τα μάτια και σκέφτονταν νοσταλγικά: Πως μου αρέσει στο δάσος να χάνομαι!

Μικρή είχε ένα παράξενο όνειρο, πως δεν άκουγε τελικά τις συμβουλές της μητέρας της και πηδούσε από το τρένο, βρίσκονταν τότε στο δάσος και ήταν μόνη, ολομόναχη, την έπιανε τότε ένας φόβος, όμως της άρεσε.

Στην εφηβεία για πρώτη φορά το τόλμησε, πήδηξε από το τρένο και βρέθηκε μόνη στο δάσος, το δάσος της ζήτησε την εξήγηση.

Χάθηκε στο δάσος, όπως ακριβώς είχε πει η μητέρα της, όμως της άρεσε. Άκουγε τους παράξενους ήχους του τις νύχτες, κοίταζε τα παράξενα ζώα στα μάτια, ήταν μόνη και ένας ανεπαίσθητος τρόμος την τρόμαζε, όμως της άρεσε.

Άνοιξε ξέφωτα μέσα στο δάσος, πήρε πολλά μονοπάτια που δεν οδηγούσαν πουθενά, χάραζε το όνομά της και καρδούλες πάνω στους κορμούς των δέντρων, και έβλεπε το τρένο από μακριά και αναρωτιόταν μήπως είχε δίκιο η μητέρα της τελικά. Όμως σύντομα το ξεχνούσε και της άρεσε στο δάσος να βρίσκεται.

Κάποτε είπε, είναι όμορφα εδώ στο δάσος και δεν μετανιώνω για την επιλογή μου, που στο κάτω κάτω δεν γνωρίζω καν αν υπήρξε επιλογή μου, γιατί εμένα μόνο μου άρεσε, όμως να, προτιμώ να ήταν κι εκείνος εδώ και να είμαστε δύο στο δάσος, έτσι μου αρέσει τώρα, κι όπως είναι μου αρέσει αλλά αν είμαστε δύο στο δάσος το προτιμώ.

Με τον καιρό ξέχασε πως υπάρχει τρένο, δεν έβλεπε ποτέ προς τα κει. Το δάσος το αγάπησε και την αγάπησε, το ερωτεύτηκε, της μίλησε τότε το δάσος και της φανέρωσε τα μυστικά του. Έγινε φίλη με το δάσος και το δάσος έγινε φίλος της. Μέχρι που βρήκε την ευτυχία και βρέθηκε στον παράδεισο.

Κι αργότερα τη ρωτούσαν πως τα κατάφερε και της έλεγαν πως ήταν γενναία. Δεν ήμουν γενναία, απαντούσε, φοβόμουν, αλλά μου άρεσε.
Κι όταν της έλεγαν πως μόνο οι γενναίοι πηδούν από το τρένο και διασχίζουν το δάσος…
εκείνη τους έλεγε κάνετε λάθος, δεν ήμουν γενναία, φοβόμουν, αλλά μου άρεσε.

Κι όταν αργότερα ήταν πολύ πετυχημένη, λαμπρή και δοξασμένη και όλοι ζητούσαν έναν λόγο της και να τους πει τα μυστικά της…
Τους έλεγε, παιδιά δεν ξέρω να σας πω, εγώ έκανα πάντα αυτό που μου άρεσε!

23 Μαρτίου 2019

Ανθρώπων Ιστορίες






Ξεκίνησε στ’ αστεία η ιστορία αυτή
Όπως όλες οι ιστορίες στ’ αστεία ξεκινούν – κάθε είδους αστεία, ακόμα κι αγέλαστα
Ιστορίες που ξεκινούν από ένα ένστικτο, έναν υπολογισμό, ή μια όσφρηση
Υπάρχουν ιστορίες που τις ξεκινά έν’ αίσθημα, άλλες μια σκέψη
Άλλες απλώς ξεκινούν, λόγο δεν θα βρεις σε αυτές όσο κι αν ψάξεις
Σε αυτές δεν θα βρεις ούτε αδικία, επειδή η αδικία είναι προϋπόθεση για το ξεκίνημα μιας ιστορίας.
Υπάρχουν ιστορίες που τις ξεκινά το σώμα, άλλες η εντύπωση
Οι ιστορίες στο δρόμο χαλούν, μόνο λίγες στο δρόμο φτιάχνουν
Υπάρχουν ιστορίες που ξεκίνησαν με κάθε ευοίωνη προοπτική
Συνήθως κατέληξαν ναυάγια
Άλλες που οι κάτοχοί τους τις σκέφτηκαν καλά πρώτα, τις ζύγισαν άριστα
Αυτές πνίγηκαν
Υπάρχουν ιστορίες που ξεκίνησαν με τη θέληση – αυτές πήραν λίγο δρόμο
Άλλες που ξεκίνησαν δίχως τη θέληση – πολλές από αυτές κατέληξαν
Υπάρχουν ιστορίες που τις ξεκινούν οι άνθρωποι, άλλες που τις ξεκινά
Ο θεός για τους ανθρώπους
Υπάρχουν ιστορίες που κράτησαν ένα διάστημα, έκαναν έναν μικρό κύκλο και αφανίστηκαν
Υπάρχουν και ιστορίες που βγήκαν από έναν μικρό κύκλο.
Υπάρχουν ιστορίες που ξεκίνησαν ανοιχτές και στο δρόμο έκλεισαν
Άλλες που ξεκίνησαν κλειστές και στο δρόμο άνοιξαν.
Υπάρχει η ιστορία που την ξεκινά η καρδιά χωρίς να σε ρωτήσει
Κι άλλες που ξεκινά το μυαλό χωρίς η καρδιά να ερωτηθεί
Και φαντάσου, τις πρώτες οι άνθρωποι ονομάζουν αυθαίρετες.
Υπάρχει η ιστορία που ξεκινά άγλυκη και στο δρόμο παίρνει γλύκα
Υπάρχει και εκείνη που ξεκινά γλυκά, και στο τέλος χαρίζει πίκρα.
Υπάρχει η ιστορία που ξεκινά συναρπαστική και τελικά απογοητεύει
Και υπάρχει η ιστορία των απογοητευμένων που δύναται να γοητέψει.
Υπάρχει η ιστορία που ξεκινά με γοητεία και καταλήγει σε απογοήτευση
Όμως η ιστορία των απογοητευμένων έχει εξαντλήσει την απογοήτευση.
Υπάρχουν εκείνοι που συναντιούνται στον κόσμο όπως δύο λέξεις
Και εκείνοι που συναντιούνται όπως δύο μύτες
Τελικά, υπάρχουν και λίγοι που συναντιούνται.
Υπάρχουν ιστορίες που λαμβάνουν χώρα σε κάθε χώρο
Όμως εκείνες που αξίζει να ζεις είναι του περιθωρίου.
Υπάρχουν ιστορίες για όλους τους θυμούς, για κάθε οργή, για όλες τις προδοσίες
Υπάρχουν ιστορίες που στις γωνιές τους σε περιμένει κρυμμένο το δάκρυ τους
Υπάρχουν και άλλες που όσο έκλαψαν έκλαψαν.
Υπάρχουν ιστορίες με τελικό σκοπό τον πόνο και άλλες χωρίς τελικό σκοπό
Ιστορίες που καιροφυλακτεί η προδοσία, και άλλες που καιροφυλαχτεί η εμπιστοσύνη
Υπάρχουν άνθρωποι που η πίστη τους στους ανθρώπους έχει οριστικά χαθεί
Και άλλοι που σε αυτούς η πίστη οριστικά βρέθηκε
Υπάρχουν ιστορίες που κατόπιν της δοκιμασίας τους άντεξαν
Και άλλες που δεν άντεξαν τη δοκιμασία.

Υπάρχει η φλόγα που έκαψε τους παροίκους της
Κι εκείνη που άναψε τα μάτια.

Υπάρχουν πολλές ιστορίες για κάθε έναν άνθρωπο
Κι άλλη μια για την ψυχή του.

Η Δίψα

Δεν ξέρω καλή μου, δεν ξέρω, αλλάζω βαθιά Περπατώ πλέον πάνω σε τριγμούς σταφυλιών Νέοι κόσμοι μου αποκαλύπτονται διαρ...