Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Απρίλιος, 2019

Το Λευκό

Εικόνα
Είναι λευκά τα μέρη εδώ Σελίδες άγραφες γυρίζω να διαβάσω Σε τούτους τους τόπους δεν περπάτησε πόδι, δε βλέπω χνάρι Είναι λευκά τα μέρη και νιώθω την αγάπη να με ζυμώνει Είναι λευκά, σαν να κατέβηκα στην άκρη της μνήμης Κλάμα βρεφών ακούγεται, άγγελοι μπουσουλούν Είναι λευκά τα μέρη εδώ, θαρρώ περνώ κάτω από την εμπειρία της ζωής μου
Είναι λευκά τα μέρη εδώ και η αθωότητα τυλιγμένη σε επιδέσμους - θαρρώ υπάρχει κι άλλο βάθος να κατέβω, το βάθος πριν τον πρώτο πόνο - Είναι λευκά τα μέρη εδώ, νιφάδες χιονιού και πούπουλα οι λογισμοί μου Όχι πίσω μου, μπροστά μου ο διάβολος Είναι λευκά τα μέρη, κλάμα γοερό χάνεται στην ηχώ του Είναι λευκά τα μέρη κι είμαι τώρα δίχως μητέρα
Είναι λευκά τα μέρη εδώ και τρυφερή η άμμος Μπορείς να πεθάνεις από ευαισθησία Οξύτατη η ακοή, μπορείς να ακούσεις πούπουλο να πέφτει από γλάρο Είναι λευκά τα μέρη και οξυμένες οι αισθήσεις Η όσφρηση χλιμιντρίζει Το νιώθεις πως το ρολόι στον τοίχο σταματάει Μόνο η καρδιά σου ακούγεται Είναι λευκά τα μέρη, η μοναξιά επιστρέφει
Είναι λευκά…

Ο Έρωτας

Εικόνα
… και μ' έβλεπε, σα να ζητούσε από εμένα πράγματα που δεν μπορούσα να της τα δώσω κι έλεγε, πάρε με μακριά, τράβηξέ με μέσα από όλα με εκλιπαρούσε μέσα από το λάκκο, ενώ εγώ ακόμα σκαρφάλωνα να βγω ανοησίες, ο καθένας κοίταζε να σώσει τον εαυτό του, είχα ανέβει σε πλάτες άλλων, είχαν ανέβει άλλοι στις πλάτες μου λες και δεν ήξερα από πολέμους και βάσανα, με τα ολόθερμα μάτια της κραύγαζε σιγανά κράτα με κι εγώ άκουγα μείνε εδώ μη φεύγεις κι ανοίγαμε μια αγκαλιά σαν σπηλιά μέσα στο χρόνο ήταν που δεν γυρεύαμε να χαθούμε τα μάτια της, αυτοί οι μάρτυρες, πού να σε συναντήσω και πώς να πάρω το δικό σου κι εκείνη η σιγή μες στο δωμάτιο που ανέβαινε τα χέρια της που πολλές φορές αγκάλιαζαν τον αέρα έφευγα, πολλές φορές το ένιωθα να είμαι εκεί μόνο ως ανάμνηση και να τη βλέπω να αγκαλιάζει μόνο την ανάμνησή μου κι εκείνη η σιγή μες το δωμάτιο που ανέβαινε οι φύτρες των φτερών να ζω από τον αντίλαλο και να περνά εκείνη από μέσα μου χωρίς να με συναντά γιατί άνοιγαν τα παράθυρα κι έφευγα, δεν μπορούσα π…

Το Έχω και το Είμαι

Εικόνα
Να σου ευχηθώ να έχεις στη ζωή σου όχι αυτό που θέλεις αλλά αυτό που χρειάζεσαι. Αρχικά, μέχρι αυτό που θέλεις να είναι αυτό που χρειάζεσαι και αυτό που χρειάζεσαι αυτό που θέλεις. Κι αυτά τα δύο μπορούν να συναντηθούν μόνο αν ξεκινάς από το χρειάζομαι.
Το θέλω μπορεί να σε παραπλανήσει, μπορεί να το θέλεις για χίλιους δυό άσχετους λόγους, άσχετους με το αληθινό καλό σου και με την εξέλιξή σου. Μπορεί να το θέλεις από φόβο, από ανάγκη, και μπορεί να το θέλεις για συντήρηση όλων των επιβλαβών στοιχείων της ψυχής. Όμως αυτό που χρειάζεσαι το χρειάζεται ο θεός και το φως μέσα σου.
Αυτό που λέμε αυτογνωσία, δεν είναι τίποτα άλλο παρά το θέλω να πλησιάσει το χρειάζομαι και το αντίστροφο, όταν το θέλω πάρει απόσταση και κενό από το χρειάζομαι είναι λάθος θέλω και μπορεί να σε πάρει μακριά σου, δεν είναι ζωτικό θέλω πια, είναι θέλω παραπλάνησης.
Δεν υπάρχει ούτε όριο ούτε ποσότητα σε όσα μπορείς να θέλεις, θέλε τα πάντα, θέλε να γίνεις βασιλιάς, αλλά να υπάρχει μέσα σου ένας βασιλιάς που θέλει α…

η ζωή της καρδιάς

Εικόνα
Κάθονταν εκεί και με έβλεπε με ένα βλέμμα περίεργο Είχε πόνο, ανησυχία, αγωνία, φόβο Μια νύχτα, πως μου ήρθε, και της είπα παραιτήσου Γύρισε και με κοίταξε παράξενα Τι με κοιτάς, της είπα, παραιτήσου Αν δεν παραιτηθείς όλ’ αυτά που σκέφτεσαι θα σε σκοτώσουν Δεν με πίστευε πως το έλεγα, πως εγώ της ζητούσα κάτι τέτοιο Γιατί το γνώριζε πως την αγαπούσα Όμως με κοίταξε σαν εχθρό με μια άμυνα Κι ήμουν τόσο ήρεμος, τόσο γλυκός και είχα αγάπη εκείνη τη νύχτα Παραιτήσου, της είπα ξανά, άφησέ τα όλα, στα χέρια του Χριστού, του Θεού Ή στα χέρια μου, στα χέρια κάποιου που εμπιστεύεσαι, αλλιώς θα σε σκοτώσουν
Μην αγωνίζεσαι, της είπα, σταμάτα να αγωνίζεσαι και παραδόσου Πάψε να κρατιέσαι και πέσε Αφέσου, πίστεψε και εμπιστεύσου Άφησέ τα όλα, μη τα κρατάς, μην επιχειρείς να ελέγξεις, Να το ξέρεις θα σε σκοτώσουν Τα πράγματα όλα που θέλεις να ελέγξεις θα σε σκοτώσουν
Παραιτήσου, της είπα, σταμάτα να αγωνίζεσαι, είναι μάταιο Γείρε πίσω και πέσε μέσα σου, βούλιαξε μέσα σου και παραδώσου Αφέσου εντελώς σε μια παράδοση…

ανάστασης γεγονός

Εικόνα
Χριστός Αναστημένος Κυκλοφορεί Ανάμεσά μας Μερικές ψυχές Ευλογημένες Τον έχουν δει Του έχουν σφίξει το Χέρι, Συζήτησαν Μαζί Του Και Έπεσαν στην Βαθιά Αγκαλιά Του Σίγουρα η Ζωή αλλάζει μετά από ένα τέτοιο Γεγονός Δεν σου μοιάζει πια απίστευτο να είσαι Καλός
Αιωνία Ζωή, λίγα ξέρουμε γι’ αυτή Όμως κάτι πάντα μέσα μας θέλει να τη θεωρεί Εφικτή Ένα Αθάνατο μέρος μας, που το πλησιάζουμε ή το απομονώνουμε – Ανάλογα Την πίστη στον Κρίνο ή στο Αίμα Και μιλούν για σώμα διάφανο Αιθέριο, που βγαίνει από μέσα μας Μαζί με το Άρωμα της Προσωπικότητας, την ώρα του Θανάτου
Κοιτάζει πίσω του χωρίς να το νοιάζουν τα Περασμένα Ζωή μέσα στη Ζωή και διαδοχές ζωής Μυστήριο μέσα στο Μυστήριο – το τελικό κανείς δεν το έχει δει Άλλοι μιλούν για Εφτά Ουρανούς Λένε οι Επαΐοντες για το τέλος της Θλίψης Τουλάχιστον η Θλίψη – όπως άλλοι λένε – είναι Αληθινή
Αιωνία ζωή, την πλησιάζουν όλοι, όσοι πάνε κατά κει Και πάνε όλοι Κατά κει, διαφοροποιούνται οι απόψεις τους Οι θέσεις τους, ίσως ακόμα και οι προκαταλήψεις τους Όμως ποιος ξέρει απ…

Ιστορίες Θαυμάτων

Εικόνα
Ο κύριος Ντελακρουά ζούσε μόνος και ήταν ογδόντα τεσσάρων ετών.Παράξενος άνθρωπος, μονόχνοτος και πάντοτε θυμωμένος. Δεν ήταν έτσι πάντα, από τότε που πέθανε η γυναίκα του γύρισε, άλλαξε ολόκληρος ο χαρακτήρας του, έγινε κακός με τα παιδιά του, με τον κόσμο, με τα σκυλιά, με όλα και κλείστηκε στον εαυτό του με μια αλλόκοτη περηφάνια, διατυμπανίζοντας πως δεν έχει ανάγκη κανέναν και τίποτα, ακριβώς σε τούτη την ευαίσθητη ηλικία, που δεν του είχε απομείνει και τίποτα παρά μόνο ένα μάτσο όρθια κόκαλα, που τα κρατούσε πεισματικά όρθια, σαν να του είχε βγει μια γεροντική επανάσταση.
Όμως απόψε, που ήταν η Νύχτα της Αναστάσεως, αποφάσισε να πάει στην Εκκλησία και ντύθηκε άψογα. Δεν μπήκε μέσα στην εκκλησία αλλά κάθισε έξω, σε ένα παγκάκι και περίμενε τον παπά με το Άγιο Φως. Λίγοι άνθρωποι τον πρόσεξαν και κανείς δεν του έδωσε σημασία, ήταν όλοι με τις οικογένειές τους εκεί κι άλλοι είχαν στήσει πηγαδάκια και συζητούσαν μεταξύ τους.
Ο κύριος Ντελακρουά κρατούσε σφιχτά το μπαστούνι του σαν να υ…

Το βλέμμα που γυρίζει στα μάτια

Εικόνα
Η εκκλησία είχε έξω ηχεία κι ακούγονταν οι ψαλμοί ως πέρα. Ο παπάς ήταν βραχνιασμένος, σα να τον είχε πιάσει κάποιος από το λαιμό, με ζόρι έβγαινε η φωνή του και σε ζόριζε κι εσένα που τον άκουγες, κι ένιωσα σαν με το ζόρι να γυρεύουμε να αγιάσουμε και να κερδίσουμε τον παράδεισο. Έξω από την εκκλησία ήταν καμιά εικοσαριά παρκαρισμένες λιμουζίνες που δεν θύμιζαν σε τίποτα ταπεινότητα, μάλιστα μερικές είχαν και έξτρα αξεσουάρ για να φωνάζουν και να μαρτυρούν περισσότερο τους ιδιοκτήτες τους. Τους ιδιοκτήτες. Εκείνος μέσα που πήγαιναν να ασπαστούν δεν είχε ποτέ πού να κλίνει την κεφαλή του. Κι εξέφραζε συχνά το παράπονο που τον ακούν αλλά δεν εφαρμόζουν αυτά που λέει.
Αφού τα είδα και τα κατάλαβα όλ’ αυτά μετά με έπιασε κάτι σαν αυτοκατηγωρία. Ωραία, όλα αυτά έτσι ήταν κι ίσως ακόμα χειρότερα, όμως εσύ, είπα, τι κάνεις, κρίνεις! Χρίστηκες Κριτής και ποιος ξέρει αν δε το κάνεις για να βγάζεις διαρκώς την ουρά σου απ’ έξω, γιατί αν δεν υπάρχουν κακοί πως θα είσαι καλός; Κι αν δεν υπάρχουν ά…

η αρμονία

Εικόνα
Τον είχε συνηθίσει πια, συχνά της έλεγε θέλω να μείνω μόνος, τι γίνονταν εκείνες τις ώρες δε γνώριζε, κλείνονταν σε ένα δωμάτιο μερικές μέρες, ή έπαιρνε ένα δρόμο, έναν τυχαίο δρόμο και τον βάδιζε, απλά τον βάδιζε.
Τον είχε συνηθίσει, τον καταλάβαινε πότε η διάθεσή του τον έκλεινε κι εκείνες τις ώρες δεν του ζητούσε τίποτα, γνώριζε πως θα κάνει τον κύκλο του το συναίσθημα και θα περάσει και της επέστρεφε πάντα πιο φωτεινός. Όμως το καταλάβαινε πως εκείνες τις ώρες κατέβαινε στον Άδη. Είχε μερικές διαφορές με το σκοτάδι, κάπου τον είχε πιάσει το παρελθόν του, κάποια πόρτα άνοιγε, εκείνη δεν ήξερε ακριβώς. Όμως έβλεπε το πρόσωπό του πως γύριζε προς τα μέσα και εκείνες τις ώρες, χωρίς να της το μιλά, της ζητούσε – ίσως και να την παρακαλούσε – να του επιτρέψει να χαθεί. Δεν μπορούσε να πάει μαζί του και το γνώριζε.
Ένιωθε την βαθιά αγάπη του, όταν όμως γύριζε το φεγγάρι του την κοίταζε με μια βαθιά λύπη, σα να την αποχωρίζονταν και μια φορά της είπε: είμαι μόνος.
Τον περίμενε πάντα να γυρ…

Ο Θάνατος

Εικόνα
Μεγάλη Παρασκευή – Άκρα του Τάφου Σιωπή, Βαριά Ατμόσφαιρα, σα να δοκιμάζεις Θάνατο. Ο Θάνατος και η ιδέα του, ο Τάφος. Γυρίζει ο Νους μου μέσα σε έναν Τάφο, προσπαθεί να συνηθίσει την Ιδέα, να τη φτιάξει Χαρούμενη, Λαμπρή. Λαμπρή Ιδέα του Θανάτου, να τον τραβήξω θέλω από το Μακάβριο, να φέρω τον Θάνατο στο Φως. 
Ιδέα του Θανάτου, Σκέψη του Θανάτου και τα κάτω μέσα Αισθήματα που Γεννά. Ψυχρό Μυαλό Θερμή Καρδιά, από πού κάθε φορά σκέφτομαι μου φτιάχνει κόσμο αληθινό.
Όμως σήμερα είναι μέρα Θανάτου και τον σκέφτομαι με Αίσθημα Συμφιλίωσης. Τι είμαι; Αυτό το Σώμα θα χαθεί, όμως είμαι αυτό το σώμα; Δεν είμαι το σώμα, ζω κοντά στο σώμα, είμαι αυτό που με το σώμα ταυτίζεται, είμαι αυτό που μπορεί να σκέφτεται από το σώμα και να φοβάται από το σώμα. Όμως αυτό που είμαι το έχω δει να βγαίνει από το σώμα, να παίρνει απόσταση από το σώμα, ανάμεσα σε αυτό που είμαι και το σώμα υπάρχει πάντα μια αμυδρή απόσταση, μιας χαρακιάς απόσταση, ένα ανεπαίσθητο κενό.
"Όλα είναι σώμα", βοούν οι Υλιστέ…