30 Απριλίου 2019

Το Λευκό





Είναι λευκά τα μέρη εδώ
Σελίδες άγραφες γυρίζω να διαβάσω
Σε τούτους τους τόπους δεν περπάτησε πόδι, δε βλέπω χνάρι
Είναι λευκά τα μέρη και νιώθω την αγάπη να με ζυμώνει
Είναι λευκά, σαν να κατέβηκα στην άκρη της μνήμης
Κλάμα βρεφών ακούγεται, άγγελοι μπουσουλούν
Είναι λευκά τα μέρη εδώ, θαρρώ περνώ κάτω από την εμπειρία της ζωής μου

Είναι λευκά τα μέρη εδώ και η αθωότητα τυλιγμένη σε επιδέσμους
- θαρρώ υπάρχει κι άλλο βάθος να κατέβω, το βάθος πριν τον πρώτο πόνο -
Είναι λευκά τα μέρη εδώ, νιφάδες χιονιού και πούπουλα οι λογισμοί μου
Όχι πίσω μου, μπροστά μου ο διάβολος
Είναι λευκά τα μέρη, κλάμα γοερό χάνεται στην ηχώ του
Είναι λευκά τα μέρη κι είμαι τώρα δίχως μητέρα

Είναι λευκά τα μέρη εδώ και τρυφερή η άμμος
Μπορείς να πεθάνεις από ευαισθησία
Οξύτατη η ακοή, μπορείς να ακούσεις πούπουλο να πέφτει από γλάρο
Είναι λευκά τα μέρη και οξυμένες οι αισθήσεις
Η όσφρηση χλιμιντρίζει
Το νιώθεις πως το ρολόι στον τοίχο σταματάει
Μόνο η καρδιά σου ακούγεται
Είναι λευκά τα μέρη, η μοναξιά επιστρέφει

Είναι λευκά τα μέρη εδώ, δεν διακρίνεις ασέλγεια
Μόνο ένα νανούρισμα που σε θρέφει
Είναι λευκά τα μέρη, αν ανοίξω μια πόρτα θα πέσω μέσα στη μελωδία

Είναι λευκοί οι τόποι εδώ
Από όλες τις ρωγμές πλημμυρίζει αγάπη

Να ‘χω το νου μου σε επιφυλακή πρέπει
Θα αγαπήσω τους ανθρώπους ξανά.

29 Απριλίου 2019

Ο Έρωτας





… και μ' έβλεπε, σα να ζητούσε από εμένα πράγματα που δεν μπορούσα να της τα δώσω
κι έλεγε, πάρε με μακριά, τράβηξέ με μέσα από όλα
με εκλιπαρούσε μέσα από το λάκκο, ενώ εγώ ακόμα σκαρφάλωνα να βγω
ανοησίες, ο καθένας κοίταζε να σώσει τον εαυτό του, είχα ανέβει σε πλάτες άλλων, είχαν ανέβει άλλοι στις πλάτες μου
λες και δεν ήξερα από πολέμους και βάσανα, με τα ολόθερμα μάτια της κραύγαζε σιγανά κράτα με
κι εγώ άκουγα μείνε εδώ μη φεύγεις
κι ανοίγαμε μια αγκαλιά σαν σπηλιά μέσα στο χρόνο
ήταν που δεν γυρεύαμε να χαθούμε
τα μάτια της, αυτοί οι μάρτυρες, πού να σε συναντήσω και πώς να πάρω το δικό σου
κι εκείνη η σιγή μες στο δωμάτιο που ανέβαινε
τα χέρια της που πολλές φορές αγκάλιαζαν τον αέρα
έφευγα, πολλές φορές το ένιωθα να είμαι εκεί μόνο ως ανάμνηση
και να τη βλέπω να αγκαλιάζει μόνο την ανάμνησή μου
κι εκείνη η σιγή μες το δωμάτιο που ανέβαινε
οι φύτρες των φτερών
να ζω από τον αντίλαλο
και να περνά εκείνη από μέσα μου χωρίς να με συναντά
γιατί άνοιγαν τα παράθυρα κι έφευγα, δεν μπορούσα πια να το σταματήσω
το μαζί της κρατούσε μονάχα ένα ίχνος παρηγοριάς
σαν να είχε μείνει λίγο σώμα στον πάτο του ποτηριού
κι αν το έπινε κι αυτό θα είχε συντροφιά μόνο το βλέμμα μου – γιατί έφευγα
άνοιγε η σκεπή και δεν υπήρχε δωμάτιο
κι ώρες ώρες ξάπλωνα μόνο μέσα στη χούφτα της
και μύριζα τα μαλλιά της που θύμιζαν γη – γιατί έφευγα
και μ΄άρεσε να μην έχω απελπισία - περισσότερο από εκείνη.
Καμία οδύνη, ανέβαινα μες τη σιωπή
σαν μια εικόνα αγίου
αποχαιρετισμός και λύπη, γιατί έχανα
είχα μιλήσει καιρό με τους πεθαμένους, είχα αγαπήσει πράγματα που σε κερδίζουν από χαμηλά
και μ’ άρεσαν από μικρό τα ύψη, δεν τα φοβόμουν, ήθελα να φεύγω
το είχα έγνοια - όπως άλλοι φροντίζουν τη ζωή
να επιστρέφω στην αγάπη, να ξοφλώ με τα μαρτύρια
είχα γευτεί τόσο θάνατο, κι είχα ατενίσει ομορφιά, που αν τη δεις φεύγεις
από μικρός βούλιαζα μες τον ουρανό
από μικρός έκοβα το νήμα με τη γης
μ' άρεσαν τα ύψη, ήμουν ερωτευμένος με τον ίλιγγο
ήμουν ερωτευμένος μ' έναν έρωτα παράξενο
που σου ξεφεύγει απ' το στομάχι και γλιστράει
μ' έπαιρνε ο έρωτας – ψέμα να πω δεν ήθελα να πάω μαζί του
όμως γλιστρούσε η ψυχή μου – κι εγώ τη βοηθούσα σ΄αυτό
γνώριζα έναν άλλο έρωτα που μου τον φανέρωνε η στέρηση
υπήρχαν στιγμές μέσα στη μέρα που άγγιζα την ευτυχία
η ψυχή μου με κυβερνούσε – τα ύψη μ' άρεσαν από παιδί
το μυαλό μου να φυλακίσει την καρδιά μου πια δεν μπορούσε – γιατί έφευγα
τον έρωτα που γνώριζα κανείς δεν μπορούσε να του αντισταθεί
και η ζωή με άρεσε αλλιώς πια - την έβλεπα σαν μια τόλμη
περπατούσα πάνω στο τεντωμένο σχοινί κι έφευγα 
γιατί δε φοβόμουν τα ύψη και μ' άρεσαν από παιδί
Διαρκώς απομακρυνόμουν, κι ενώ ήμουν δίπλα της δεν με ένιωθε μαζί της
κι ώρες ώρες ορμούσε στο σώμα μου να με κρατήσει – γιατί έφευγα
και μ΄άρεσε, μ΄άρεσε από παιδί
ο έρωτας, ο έρωτας που έβγαινε μέσα από την πληγή
γιατί έφευγα, ανέβαινα μες τη σιωπή. 

Γιατί είχα μιλήσει καιρό με τους πεθαμένους
και μ΄άρεσαν τα ύψη από παιδί
έφευγα, ανέβαινα μες τη σιωπή

Ο έρωτας
με έπαιρνε ο έρωτας
ψέμα να πω δεν ήθελα μαζί του να πάω.

Το Έχω και το Είμαι





Να σου ευχηθώ να έχεις στη ζωή σου όχι αυτό που θέλεις αλλά αυτό που χρειάζεσαι.
Αρχικά, μέχρι αυτό που θέλεις να είναι αυτό που χρειάζεσαι και αυτό που χρειάζεσαι αυτό που θέλεις. Κι αυτά τα δύο μπορούν να συναντηθούν μόνο αν ξεκινάς από το χρειάζομαι.

Το θέλω μπορεί να σε παραπλανήσει, μπορεί να το θέλεις για χίλιους δυό άσχετους λόγους, άσχετους με το αληθινό καλό σου και με την εξέλιξή σου. Μπορεί να το θέλεις από φόβο, από ανάγκη, και μπορεί να το θέλεις για συντήρηση όλων των επιβλαβών στοιχείων της ψυχής.
Όμως αυτό που χρειάζεσαι το χρειάζεται ο θεός και το φως μέσα σου.

Αυτό που λέμε αυτογνωσία, δεν είναι τίποτα άλλο παρά το θέλω να πλησιάσει το χρειάζομαι και το αντίστροφο, όταν το θέλω πάρει απόσταση και κενό από το χρειάζομαι είναι λάθος θέλω και μπορεί να σε πάρει μακριά σου, δεν είναι ζωτικό θέλω πια, είναι θέλω παραπλάνησης.

Δεν υπάρχει ούτε όριο ούτε ποσότητα σε όσα μπορείς να θέλεις, θέλε τα πάντα, θέλε να γίνεις βασιλιάς, αλλά να υπάρχει μέσα σου ένας βασιλιάς που θέλει απλώς να εκδηλωθεί και να γίνει φανερός. Αν μέσα σου υπάρχει ένας ζητιάνος που θέλει να γίνει βασιλιάς… κι αυτό σωστό είναι. Όμως πρώτα βρες τον βασιλιά μέσα σου και μη σκεφτείς πως η στέψη σε χρίζει βασιλιά. Γιατί η στέψη είναι για τα μάτια του κόσμου και μπορεί να σκεπάσεις τον ζητιάνο μέσα σου, κι ενώ θα λάμπεις δεν θα είναι από το δικό σου φως. Κι ενώ θα διατάζεις υποταγμένος θα είσαι, κι ενώ θα είσαι μέσα στα παλάτια η φτώχεια σου θα σε δέρνει. Θα κυκλοφορείς με άμαξες αλλά πουθενά δεν θα πηγαίνεις, θα βαδίζεις αλλά θα είσαι κουτσός, κι ενώ θα πηγαίνεις ταξίδια μέσα στις αποσκευές σου θα υπάρχει πάντα σκοτάδι.
Θα γελάς μα όχι με όλο το γέλιο σου, θα αγαπάς μα όχι με όλη την αγάπη σου, θα χαίρεσαι αλλά όχι με όλη τη χαρά σου. Κι ενώ όλοι θα λένε να ένας ευτυχισμένος άνθρωπος… εσύ θα κρύβεις τη θλίψη σου.

Όταν ο Χριστός έκανε θαύματα δεν τα έκανε μόνος Του. Στη μία περίπτωση, όταν τάισε με τέσσερα ψωμιά και δύο ψαριά πέντε χιλιάδες ανθρώπους, τον βοήθησαν όλοι. Γιατί όλοι αυτοί χρειάζονταν να φάνε και το χρειάζονταν από το βάθος του θεού μέσα τους, χωρίς να το ξέρουν σιγοντάρισαν όλοι στο θαύμα Του, και χωρίς να το ξέρουν τις ευχές όλων τους διαχειρίσθηκε ο Χριστός, συλλογικό ήταν το θαύμα, ο Χριστός μόνο το εκδήλωσε.

Κι όταν έφτιαξε το νερό κρασί στο Γάμο της Κανά, όσοι ήταν εκεί χρειάζονταν να πιουν γιατί είχε τελειώσει το κρασί, και δεν έκανε ο Χριστός θαύμα, ενώ είχαν κρασί να παράγει κι άλλο, για να το βάλουν στην αποθήκη.

Όπως διαπιστώνεις τα θαύματα γίνονται από το ζωτικό, είτε από τη θρέψη, είτε την πόση, είτε την ασθένεια. Εκεί δηλαδή που έχει χαμηλώσει ο άνθρωπος και ζητάει και πιστεύει η ψυχή.
Γιατί το θέλω πολλές φορές είναι αέρας, ενώ το χρειάζομαι αίμα. Από το χρειάζομαι μένεις σε επαφή με σένα, από το θέλω φεύγεις μακριά σου. Κι αν σε πάρει το θέλω σου μακριά σου χάθηκες μέσα στα θέλω του κόσμου, και το θέλω σου δεν είναι πια της καρδιάς σου για να σε ολοκληρώσει και εκπληρώσει.

Να ξέρεις τι θέλεις άλλος δεν μπορεί να σου το πει, η καρδιά σου το λέει αλλά να την ακούς. Κι εκείνο θα εκπληρωθεί, επειδή όποιο και να είναι το δικό σου μέλημα… της καρδιάς σου η πληρότητά της είναι. Να είσαι λοιπόν πλήρης και γεμάτος από εσένα, γεμάτος από την αισθαντικότητά σου. Κι υπάρχει τρόπος αυτό να το καταφέρεις, που είναι να πηγαίνεις κοντά στο χρειάζομαι. Ενώ οι άνθρωποι ανάποδα συνήθως λειτουργούν, και σπεύδουν να κάνουν τα πάντα κι ασφαλίζονται, για να μην χρειαστεί να κατέβουν ποτέ στη ζωή τους και να φτάσουν κοντά στο χρειάζομαι. Με τον τρόπο αυτό καταλήγουν άσχετοι με τον εαυτό τους και ξένοι προς την καρδιά τους.

Φέρε λοιπόν το θέλω κοντά στο χρειάζομαι, αυτό είναι το Έχω που σε ολοκληρώνει και δεν αφήνει λιγούρα. Φέρε το θέλω, το χρειάζομαι και την επιθυμία κοντά, φέρε και την ευχή κοντά σε αυτά, σύρε και το πόθο κοντά σε αυτά, μετά ρίξε μέσα στο ποτήρι τους, και την ελπίδα, την προσδοκία, την υπομονή, την επιμονή, τη δράση και την ανάγκη. Βάλε και την πίστη και ανακάτωσέ τα να γίνουν όλα ένα μείγμα κι έπειτα ρίξε τα όλα μέσα στη χαρά και την αγάπη.

Ένα είναι όλα αυτά, μόνο που έχουν πάρει μέσα σου αποστάσεις. Όμως φέρε τα κοντά, να γίνουν μόνο μια σκέψη για να χαθεί ο βασανισμός. Και δε σου μένει τίποτα άλλο παρά να δεις το θαύμα.

Επιδίωξε το Έχω που σε Ολοκληρώνει, επειδή αυτό είναι το Είμαι. Το άλλο το έχω που δεν είσαι… άφησέ το να πάει στην ευχή. Ποιος το έχει αν δεν είσαι?

28 Απριλίου 2019

η ζωή της καρδιάς






Κάθονταν εκεί και με έβλεπε με ένα βλέμμα περίεργο
Είχε πόνο, ανησυχία, αγωνία, φόβο
Μια νύχτα, πως μου ήρθε, και της είπα παραιτήσου
Γύρισε και με κοίταξε παράξενα
Τι με κοιτάς, της είπα, παραιτήσου
Αν δεν παραιτηθείς όλ’ αυτά που σκέφτεσαι θα σε σκοτώσουν
Δεν με πίστευε πως το έλεγα, πως εγώ της ζητούσα κάτι τέτοιο
Γιατί το γνώριζε πως την αγαπούσα
Όμως με κοίταξε σαν εχθρό με μια άμυνα
Κι ήμουν τόσο ήρεμος, τόσο γλυκός και είχα αγάπη εκείνη τη νύχτα
Παραιτήσου, της είπα ξανά, άφησέ τα όλα, στα χέρια του Χριστού, του Θεού
Ή στα χέρια μου, στα χέρια κάποιου που εμπιστεύεσαι, αλλιώς θα σε σκοτώσουν

Μην αγωνίζεσαι, της είπα, σταμάτα να αγωνίζεσαι και παραδόσου
Πάψε να κρατιέσαι και πέσε
Αφέσου, πίστεψε και εμπιστεύσου
Άφησέ τα όλα, μη τα κρατάς, μην επιχειρείς να ελέγξεις,
Να το ξέρεις θα σε σκοτώσουν
Τα πράγματα όλα που θέλεις να ελέγξεις θα σε σκοτώσουν

Παραιτήσου, της είπα, σταμάτα να αγωνίζεσαι, είναι μάταιο
Γείρε πίσω και πέσε μέσα σου, βούλιαξε μέσα σου και παραδώσου
Αφέσου εντελώς σε μια παράδοση που θα σου μάθει την εμπιστοσύνη
Μη ζητάς να ελέγξεις, θα σε σκοτώσει
Μάθε να παραδίδεσαι, μάθε να εμπιστεύεσαι, μάθε να πιστεύεις
Άφησέ τα όλα στα χέρια Του, του Χριστού, του Θεού, όποιου Πιστεύεις
Μη φοβηθείς εσύ να χαθείς, χάσου εσύ, αφέσου να βουλιάξεις
Μην κρατηθείς, πέσε, από την πτώση σου θα σηκωθείς
Από το βούλιαγμά σου θα αναδυθείς
Πέθανε εσύ, μη φοβηθείς, χάσου εσύ, θυσιάσου εσύ να ζήσει η άλλη
Θα αναδυθεί φτερωτή μέσα από την καταστροφή σου
Καταστρέψου εσύ, μη φοβηθείς
Ένα πουλί από την καρδιά σου θα γεννηθεί
Θα πάρει τα μάτια σου και ψηλά στους γαλάζιους ουρανούς θα πετάξει

Με κοίταξε με φόβο, η γαλήνη μου την τρόμαζε
Παραιτήσου, της είπα ξανά, και μη το σκέφτεσαι
Τι θα γίνουν, τι θα γίνουν, μην ανησυχείς, από την καρδιά να διοικείς
Παραιτήσου, μάθε από την καρδιά να ζεις και θα γνωρίσεις θα βιώσεις τη ζωή
Μετάνιωσε και συγχώρεσε, κλάψε, κι άσε το χαμό να αναλάβει τα υπόλοιπα
Θα τα βάλει όλα ο χαμός στη θέση τους
Όμως παραιτήσου
Και μόνο η ιδέα, είπε, με τρομάζει
Θάνατος είναι, της είπα, αλλά έχει και μια άλλη όψη λαμπρής ζωής

Παραιτήσου, της είπα, μη ζητάς να ελέγξεις τα πράγματα, θα σε σκοτώσουν
Παραιτήσου από το όνειρό σου, από την ελπίδα σου, απλά παραιτήσου
Μάθε να παραιτείσαι
Κι έσφιγγε τα σαγόνια της, αγώνας, αγώνας, ψέλλιζε
Ανήφορος τραγικός κι οδυνηρός, ψέλλιζε
Κι εγώ της έλεγα παραιτήσου, παραιτήσου, μπορείς

Παραιτήσου από τη ματαιοδοξία σου, τη φιλοδοξία σου
Και έλα στη ζωή της καρδιάς, μάθε να δοξάζεις
Παραιτήσου αλλιώς θα σε σκοτώσει, το κόντρα αυτό συναίσθημα που παλεύεις
Δεν έχει να νικήσεις, δεν έχει να καταφέρεις
Απλά παραιτήσου, αυτό είναι όλο, και θα ζήσεις

Άφησέ τα όλα στο θεό που πιστεύεις
Πρώτα πρώτα ας είναι το θέλημά Του,
Θα πάνε όλα μόνα τους τόσο καλά στο τέλος που θα τρίβεις τα μάτια σου
Τόσο καλά που θα καταλάβεις πως μόνο εμπόδιο εσύ
μπορείς να είσαι στις υποθέσεις σου
Θα πάνε όλα τέλεια, οι πιο τέλειες και οριστικές λύσεις θα βρεθούν
Στα προβλήματά σου, εσύ δεν μπορείς να δώσεις ποτέ
Τέλειες λύσεις στα προβλήματά σου

Παραιτήσου, επέτρεψε να σε ζήσει
Και θα το κάνει, πάντα το κάνει, σε όλους το κάνει
Θα σε ζήσει
Με τρόπο που δεν μπορείς να διανοηθείς.

Πως… τι… μα… έλεγε
Δεν ξέρω πως, δεν ξέρω τι, δεν ξέρω μα… έλεγα
Κατέβαινε...
Κατέβαινε...
Κατέβα στη ζωή της καρδιάς.






ανάστασης γεγονός





Χριστός Αναστημένος Κυκλοφορεί Ανάμεσά μας
Μερικές ψυχές Ευλογημένες Τον έχουν δει
Του έχουν σφίξει το Χέρι, Συζήτησαν Μαζί Του
Και Έπεσαν στην Βαθιά Αγκαλιά Του
Σίγουρα η Ζωή αλλάζει μετά από ένα τέτοιο Γεγονός
Δεν σου μοιάζει πια απίστευτο να είσαι Καλός

Αιωνία Ζωή, λίγα ξέρουμε γι’ αυτή
Όμως κάτι πάντα μέσα μας θέλει να τη θεωρεί Εφικτή
Ένα Αθάνατο μέρος μας, που το πλησιάζουμε ή το απομονώνουμε – Ανάλογα
Την πίστη στον Κρίνο ή στο Αίμα
Και μιλούν για σώμα διάφανο Αιθέριο, που βγαίνει από μέσα μας
Μαζί με το Άρωμα της Προσωπικότητας, την ώρα του Θανάτου

Κοιτάζει πίσω του χωρίς να το νοιάζουν τα Περασμένα
Ζωή μέσα στη Ζωή και διαδοχές ζωής
Μυστήριο μέσα στο Μυστήριο – το τελικό κανείς δεν το έχει δει
Άλλοι μιλούν για Εφτά Ουρανούς
Λένε οι Επαΐοντες για το τέλος της Θλίψης
Τουλάχιστον η Θλίψη – όπως άλλοι λένε – είναι Αληθινή

Αιωνία ζωή, την πλησιάζουν όλοι, όσοι πάνε κατά κει
Και πάνε όλοι Κατά κει, διαφοροποιούνται οι απόψεις τους
Οι θέσεις τους, ίσως ακόμα και οι προκαταλήψεις τους
Όμως ποιος ξέρει από αυτά; ποιος γύρισε να μας πει;
Παραμένει ζήτημα πίστης

Ούτε ο Χριστός είχε λόγια για τα Ουράνια
Να τα Δείξει μόνο Μπόρεσε με τον Ίδιο Παράδειγμα
Όμως να κοιτάξεις τόσο ψηλά στραβώνει ο Σβέρκος
Και σε παίρνει από τη ζωή
Στα βέβαια εδώ κάτω να ανασκαλεύεις το χώμα
Έχει σιγουριά αυτή η πειθώ
Γιατί αν δεις Άγγελο τον είδες

Το ότι Ανεστήθη ο Κύριος, για εμένα τουλάχιστον, είναι γεγονός
Αν δε το χωράει το μυαλό χρειάζεται να ανοίξει
Ίσως ακόμα κι ανοιχτό να μη το χωράει
Και να χρειάζεται η καρδιά να ανοίξει
Αν το χωρέσει κάτι η καρδιά θα είναι.

27 Απριλίου 2019

Ιστορίες Θαυμάτων






Ο κύριος Ντελακρουά ζούσε μόνος και ήταν ογδόντα τεσσάρων ετών.Παράξενος άνθρωπος, μονόχνοτος και πάντοτε θυμωμένος. Δεν ήταν έτσι πάντα, από τότε που πέθανε η γυναίκα του γύρισε, άλλαξε ολόκληρος ο χαρακτήρας του, έγινε κακός με τα παιδιά του, με τον κόσμο, με τα σκυλιά, με όλα και κλείστηκε στον εαυτό του με μια αλλόκοτη περηφάνια, διατυμπανίζοντας πως δεν έχει ανάγκη κανέναν και τίποτα, ακριβώς σε τούτη την ευαίσθητη ηλικία, που δεν του είχε απομείνει και τίποτα παρά μόνο ένα μάτσο όρθια κόκαλα, που τα κρατούσε πεισματικά όρθια, σαν να του είχε βγει μια γεροντική επανάσταση.

Όμως απόψε, που ήταν η Νύχτα της Αναστάσεως, αποφάσισε να πάει στην Εκκλησία και ντύθηκε άψογα. Δεν μπήκε μέσα στην εκκλησία αλλά κάθισε έξω, σε ένα παγκάκι και περίμενε τον παπά με το Άγιο Φως.
Λίγοι άνθρωποι τον πρόσεξαν και κανείς δεν του έδωσε σημασία, ήταν όλοι με τις οικογένειές τους εκεί κι άλλοι είχαν στήσει πηγαδάκια και συζητούσαν μεταξύ τους.

Ο κύριος Ντελακρουά κρατούσε σφιχτά το μπαστούνι του σαν να υπέμενε όλη αυτή την ώρα, κι όταν βγήκε ο Παπάς με το Άγιο Φως και το μοίρασε άναψε κι αυτός τη Λαμπάδα του κι έφυγε αμέσως για το σπίτι, προσέχοντας στο δρόμο μη του σβήσει.

Αφού έφτασε σπίτι άναψε με το φως ένα καντήλι σε ένα εικονοστάσι σκαμμένο στον τοίχο του παλιού σπιτιού, εκεί είχε τρεις εικόνες, μια του Εσταυρωμένου, μια της Παναγιάς κι άλλη μια της Γυναίκας του. Το φως του καντηλιού φώτισε τις εικόνες κι έμεινε για λίγο ασάλευτος μπροστά τους μέχρι που τον συνάντησε μια βαθιά συγκίνηση, μετά άρχισε να κλαίει κι αργότερα με λυγμούς, έκλαψε ώρα πολύ μέχρι που εξαντλήθηκε και σωριάστηκε στο πάτωμα. Σκέφτηκε πως θα πεθάνει αλλά πέρασε ώρα και δεν πέθανε. Κι αφού δεν πέθανε χρειάζονταν να σηκωθεί να ζήσει τη ζωή του.

Σηκώθηκε και πήγε μέχρι την κουζίνα, έβαλε λίγη σούπα σε ένα πιάτο και την έφερε στο τραπέζι του σαλονιού, εκεί κάθισε και την έφαγε. Μετά ήπιε ένα ποτήρι κρασί, κι άλλο ένα, κι άλλο ένα, τέσσερα συνολικά κι ένιωσε μια γλυκιά ζάλη και μια έξαψη, σαν να έτρεχε μέσα στις φλέβες του ζωή.

Ύστερα πάλι θύμωσε, πήρε το ποτήρι και το έσπασε με δύναμη στο πάτωμα, ένα κομματάκι γυαλί πετάχτηκε και σφηνώθηκε στο χέρι του, το τράβηξε με τα δόντια κι έτρεξε λίγο αίμα. Ο κύριος Ντελακρουά μετά άρχισε να τρέμει, σαν να κρύωνε, καταλάβαινε πως δεν μπορούσε πια να τα βγάλει πέρα και χρειάζονταν να ζητήσει βοήθεια.

Κάθονταν ακόμα στην καρέκλα μουδιασμένος και μισολιπόθυμος όταν χτύπησε το κουδούνι. Δεν είχε δύναμη να σηκωθεί να ανοίξει, ήθελε να πεθάνει εκεί εκείνη την ώρα. Όμως μετά, κάποιος τον άγγιξε στο μέτωπο, τον βοήθησε να σηκωθεί και τον πήγε ως το κρεβάτι, εκεί τον ξάπλωσε προσεκτικά, του έβγαλε τα παπούτσια και με μια κουβέρτα τον σκέπασε.

Μετά κάθισε δίπλα του κι άρχισε να του διαβάζει το αγαπημένο του βιβλίο, τότε αναγνώρισε τη φωνή της γυναίκας του. Όμως δεν είχε δύναμη να σκεφτεί κάτι περισσότερο κι ήταν ευτυχισμένος εκείνη την ώρα, πράγμα σπάνιο και δεν θέλησε να το χαλάσει με σκέψεις, αφέθηκε σε αυτό που τον νανούριζε μέχρι που τον πήρε ο ύπνος.

Την άλλη μέρα εξέτασε το ζήτημα αλλά δεν έβγαλε άκρη, εξέτασε και την πόρτα αλλά ήταν πάντα κλειδωμένη από μέσα. Μετά πήγε στην κουζίνα και βρήκε εκεί έτοιμο πρωινό, όπως ακριβώς το ήθελε. Αυτό γίνονταν πια κάθε μέρα και κάθε νύχτα επί δύο μήνες και το δέχτηκε, μάλιστα με κάποιο φόβο να το σκεφτεί και να το εξετάσει περισσότερο μη το χαλάσει και το στερηθεί.

Μια νύχτα της είπε δεν άξιζα τέτοια ευτυχία. Τότε μόνο γύρισε και την κοίταξε, ήταν εκείνη και τα μάτια της λαμπερά όσο ποτέ άλλοτε. Ο κύριος Ντελακρουά γύρισε και κοίταξε στο καντήλι το Άγιο Φως, έκαιγε δύο μήνες τώρα χωρίς να βάλει λάδι στο καντήλι.

Ήταν μια πανέμορφη σκηνή. Το δωμάτιο είχε τη σωστή θερμοκρασία, μια γλυκιά ζέστη, εκείνος ήταν πλυμένος και καθαρός, ξυρισμένος, χτενισμένος και αρωματισμένος. Από το παράθυρο έβλεπε το δειλινό εκείνη την ώρα, βυθισμένο μέσα στα πιο πορφυρά του χρώματα, η γυναίκα του τού κρατούσε το χέρι κι ένιωθε την ευτυχία στο στήθος του μπροστά απολύτως σιωπηλή. Λίγο έγειρε το βλέμμα του κι είδε το φως στο καντήλι να χαμηλώνει, λιγάκι ακόμα, σαν με μια τελευταία ελάχιστη προσπάθεια να δει, είδε το φως στο καντήλι να χαμηλώνει περισσότερο. Κι αυτό ήταν, έσβησε μαζί του.

Το βλέμμα που γυρίζει στα μάτια






Η εκκλησία είχε έξω ηχεία κι ακούγονταν οι ψαλμοί ως πέρα. Ο παπάς ήταν βραχνιασμένος, σα να τον είχε πιάσει κάποιος από το λαιμό, με ζόρι έβγαινε η φωνή του και σε ζόριζε κι εσένα που τον άκουγες, κι ένιωσα σαν με το ζόρι να γυρεύουμε να αγιάσουμε και να κερδίσουμε τον παράδεισο.
Έξω από την εκκλησία ήταν καμιά εικοσαριά παρκαρισμένες λιμουζίνες που δεν θύμιζαν σε τίποτα ταπεινότητα, μάλιστα μερικές είχαν και έξτρα αξεσουάρ για να φωνάζουν και να μαρτυρούν περισσότερο τους ιδιοκτήτες τους. Τους ιδιοκτήτες. Εκείνος μέσα που πήγαιναν να ασπαστούν δεν είχε ποτέ πού να κλίνει την κεφαλή του. Κι εξέφραζε συχνά το παράπονο που τον ακούν αλλά δεν εφαρμόζουν αυτά που λέει.

Αφού τα είδα και τα κατάλαβα όλ’ αυτά μετά με έπιασε κάτι σαν αυτοκατηγωρία. Ωραία, όλα αυτά έτσι ήταν κι ίσως ακόμα χειρότερα, όμως εσύ, είπα, τι κάνεις, κρίνεις!
Χρίστηκες Κριτής και ποιος ξέρει αν δε το κάνεις για να βγάζεις διαρκώς την ουρά σου απ’ έξω, γιατί αν δεν υπάρχουν κακοί πως θα είσαι καλός; Κι αν δεν υπάρχουν άτιμοι πως θα είσαι τίμιος; κι αν δεν υπάρχουν υποκριτές πως εσύ θα είσαι αυθεντικός; Μέγα πρόβλημα.

Ποιος μπορεί να κοιτάξει μέσα στις ψυχές και να βγάλει ασφαλή συμπεράσματα; Συνήθως βλέπουμε τον εαυτό μας στις συμπεριφορές των άλλων σαν την αντανάκλαση ενός καθρέφτη.
Είναι τελικά μεγάλος απατεώνας ο άνθρωπος, συλλογιζόμουν.
Κι αυτές οι σκυφτές κυριούλες, οι χαροκαμένες,  που πήγαιναν στην εκκλησιά, σαν τι άραγε να κουβαλούσαν στην ψυχή τους; Όμως κρίνεις αδερφέ και η κρίση αυτόματα σε τοποθετεί απέναντι από εκείνο που κρίνεις. Σηκώνεις δάχτυλο και γίνεσαι δικαστής, αυθαίρετος δικαστής, γιατί ποιος δικαστή σε έχρισε?

Ο τόπος του θεού είναι χωρίς κρίση, είναι σταθερός και σε αισθαντική ακινησία, μα αν κινηθεί ο νους κρίνει, ο άνθρωπος κρίνει, ο ανθρώπινος νους κρίνει, ο ίδιος ο θεός κανέναν δεν κρίνει.

Και ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό; Α, είναι τόσο σχετικά όλ’ αυτά. Το καλό, για να είναι καλό, μάλλον πρέπει να είναι καλό για όλους, το ίδιο και το κακό, όμως είναι τόσο ανάκατα ριγμένα αυτά μέσα στον κόσμο μας, και το καλό και το κακό τόσο σύντομα καλά και κακά, που αν τα ζήσεις συχνά μεταμορφώνονται και κάτω από το κακό βρίσκεις καλό και κάτω από το καλό συχνά κακό.

Όμως ξέρεις, και πως θα μπορούσες να ζήσεις χωρίς να ξέρεις. Ίσως ακόμα λες πιστεύεις, όμως αν πίστευες η συμπεριφορά σου όλη θα άλλαζε. Αγάπη, Έλεος, Δικαιοσύνη, Συγχώρεση, ίσως τελικά να είναι μόνο λέξεις για εσένα.

«Το καλό δέντρο κάνει καλούς καρπούς και το άχρηστο δέντρο άχρηστους, δεν μπορεί το καλό δέντρο να κάνει άχρηστους καρπούς ούτε το άχρηστο δέντρο καλούς, θα τους καταλάβετε λοιπόν από τους καρπούς τους. Γιατί ο άνθρωπος μιλάει από το απόθεμα της καρδιάς του».

«Γιατί εσείς δεν έχετε τη δύναμη να με καταλάβετε». Αλήθεια ποιος έχει τη δύναμη να Τον καταλάβει; Κι αν χρειάζεται μια ανάλογη με τη δικιά Του δύναμη ποιος ποτέ θα τη βρει;

Αλλάζουν τα μάτια μας, μαλακώνει η καρδιά, κι όσα κανείς ποτέ τα λογάριαζε για αδυναμίες τα βλέπει καθαρά πως ήταν δύναμη. Κι όσα λογάριαζε για δύναμη ήταν μόνο η αδυναμία του. Όσο για να εφαρμόσει κανείς στην πρακτική της ζωής του τις ανώτερες αξίες που κομίζει ο Χριστός… τούτο μοιάζει πολλές φορές έν’ ανάποδο όνειρο, μια καθολική ανατροπή κι ένα κυνήγι ιδεών.

Το λίγον του ανθρώπου και το δικό μου, και μια ζωή να μετανιώνεις δεν αρκεί. Εκείνος ο καλογεράκος ο γλυκούλης και καλούλης, ο λεπτούλης και χαριτωμένος εκείνος γεράκος που του φιλούσες το χεράκι του και ευωδίαζε, δεν μπορείς να φανταστείς με τι τέρατα και κτήνη πάλεψε μέσα του και πως βγήκε νικητής σε μια απλότητα και χάρις, ολόκληρος φως.
Σε μαγνητίζει όμως και γίνεσαι όλος μια απορία κι αναρωτιέσαι. Μα καλά, πάλεψε τόσο, ασκήθηκε τόσο, για να καταλήξει τι; μερικά γραμμάρια απέραντης ευλογίας. Καταδεκτικός, σε νιώθει από το αίμα και το κόκαλο και κοιτάζει μέσα σου με τη διαφάνειά του σαν μέσα από διαυγές νερό, και δεν μπορείς να του κρύψεις κανένα μυστικό σου, μάλιστα σου ‘ρχεται μια πεθυμιά να τους ομολογήσεις όλο το βάρος της ψυχής σου, επειδή εκείνος το απέβαλε. Και κάθετε κει στο ήλιο σαν ένα χαριτωμένο ζωάκι, που δεν χρειάζεται ούτε το ένα εκατοστό από όσα χρειάζεσαι για να είναι όλος μέλι και ευτυχισμένος. Ενώ εσύ, και γι’ αυτόν μπορείς να επινοήσεις μια αδικία.

Όμως να, που στωικός και υπομονετικός, όλος μια τεράστια αντοχή, μόνο με τη στάση του σε μαθαίνει πως τον Παράδεισο δεν τον κυνηγάς αλλά τον περιμένεις.

26 Απριλίου 2019

η αρμονία





Τον είχε συνηθίσει πια, συχνά της έλεγε θέλω να μείνω μόνος, τι γίνονταν εκείνες τις ώρες δε γνώριζε, κλείνονταν σε ένα δωμάτιο μερικές μέρες, ή έπαιρνε ένα δρόμο, έναν τυχαίο δρόμο και τον βάδιζε, απλά τον βάδιζε.

Τον είχε συνηθίσει, τον καταλάβαινε πότε η διάθεσή του τον έκλεινε κι εκείνες τις ώρες δεν του ζητούσε τίποτα, γνώριζε πως θα κάνει τον κύκλο του το συναίσθημα και θα περάσει και της επέστρεφε πάντα πιο φωτεινός. Όμως το καταλάβαινε πως εκείνες τις ώρες κατέβαινε στον Άδη. Είχε μερικές διαφορές με το σκοτάδι, κάπου τον είχε πιάσει το παρελθόν του, κάποια πόρτα άνοιγε, εκείνη δεν ήξερε ακριβώς. Όμως έβλεπε το πρόσωπό του πως γύριζε προς τα μέσα και εκείνες τις ώρες, χωρίς να της το μιλά, της ζητούσε – ίσως και να την παρακαλούσε – να του επιτρέψει να χαθεί. Δεν μπορούσε να πάει μαζί του και το γνώριζε.

Ένιωθε την βαθιά αγάπη του, όταν όμως γύριζε το φεγγάρι του την κοίταζε με μια βαθιά λύπη, σα να την αποχωρίζονταν και μια φορά της είπε: είμαι μόνος.

Τον περίμενε πάντα να γυρίσει και πάντα γύριζε. Το πιο παράξενο από όλα είναι, πως μια νύχτα θέλησε να κρατηθεί από εκείνη, από το σώμα της κι αρπάχτηκε θα έλεγες από πάνω της, όμως εκείνη – τόσο βαθιά ήταν η αγάπη της – που του άνοιξε ένα ένα τα δάχτυλα, και του είπε φύγε, είσαι μόνος, κατέβα στο ποτάμι.

Όλα αυτά μέσα στη σιγή της κατανόησης, μέσα στην διάθεση κι όχι στις λέξεις. Να δεις πως η αγάπη ρύθμιζε τα πράγματα με τρόπο που δεν μπορείς να φανταστείς. Πως ένιωθε ο ένας τον άλλον από τον άλλον και από τον εαυτό του.
Να δεις, πως μπορεί να εξαλειφθεί ολότελα η σύγκρουση. Αρκεί ο ένας να κυλά με τον άλλον, να πηγαίνει μαζί του, να επιστρέφει πίσω στον εαυτό του, ξανά να πηγαίνει μαζί του, να βρίσκονται στην αγάπη, να μοιράζονται το ίδιο αίσθημα.

Μια απειροελάχιστη πιθανότητα να ταιριάξεις; Όχι, δεν πρόκειται περί αυτού, η αγάπη το κάνει, είναι νόηση. Ξέρει, πότε να αφήσει πότε να κρατήσει, πότε να επιτρέψει, πότε να φύγει πότε να γυρίσει, πότε να συναντηθεί πότε να σμίξει, πότε να ελευθερώσει, πότε να φροντίσει και πότε να περιθάλψει. Η αγάπη το κάνει, αν το πας από τη σκέψη δεν γίνεται, θα καταντήσει βάσανο και μονομέρεια, θα καταλήξει σε θρήνο, θα βγάλει νύχια, θα επιτεθεί και θα χωρίσει.
Θα γίνει δύο στρατόπεδα.

Τα μάτια της. Δύο λίμνες από κατανόηση. Η καρδιά της, μια αγκαλιά. Το χάδι της μητέρα, η στοργή της ένας τόπος να τον προστατεύεις. Τα χείλη της ένα άνοιγμα να περνά μέσα της η ανάσα σου. Το σώμα της ένα Κυκλάμινο που ανοίγει. Τα μαλλιά της αναρριχώμενα όνειρα. Τα στήθη της δύο προσκεφάλια να ξεκουράζονται οι αισθήσεις σου. Ο έρωτάς της μια μουσική.

Πάντα από μια γυναίκα ζητάς πολλά, γιατί έχει πολλά, ίσως όλα. Από έναν άντρα ένα πράγμα μόνο μπορείς να ζητήσεις, να μπορεί να τα πάρει. Και δυστυχώς, το πιο σπάνιο το δεύτερο είναι.

Δεν ξέρω να σας πω το τέλος της ιστορίας, αλλά και δεν με νοιάζει. Ίσως εσείς, από τον εαυτό σας, να έχετε ήδη ένα τέλος για τις ιστορίες σας.

Αυτό που με νοιάζει εμένα είναι η Χαμένη Αρμονία, του καθενός με τον εαυτό του και του καθενός με τον άλλον, γιατί ο καθένας από τον εαυτό του πρώτα τη βρίσκει.

Όμως τι άλλο να είναι η αρμονία παρά το τέλος της σύγκρουσης. Η Αρμονία τα φτιάχνει όλα μουσική.

Ο Θάνατος






Μεγάλη Παρασκευή – Άκρα του Τάφου Σιωπή, Βαριά Ατμόσφαιρα, σα να δοκιμάζεις Θάνατο.
Ο Θάνατος και η ιδέα του, ο Τάφος. Γυρίζει ο Νους μου μέσα σε έναν Τάφο, προσπαθεί να συνηθίσει την Ιδέα, να τη φτιάξει Χαρούμενη, Λαμπρή. Λαμπρή Ιδέα του Θανάτου, να τον τραβήξω θέλω από το Μακάβριο, να φέρω τον Θάνατο στο Φως. 

Ιδέα του Θανάτου, Σκέψη του Θανάτου και τα κάτω μέσα Αισθήματα που Γεννά.
Ψυχρό Μυαλό Θερμή Καρδιά, από πού κάθε φορά σκέφτομαι μου φτιάχνει κόσμο αληθινό.

Όμως σήμερα είναι μέρα Θανάτου και τον σκέφτομαι με Αίσθημα Συμφιλίωσης.
Τι είμαι; Αυτό το Σώμα θα χαθεί, όμως είμαι αυτό το σώμα; Δεν είμαι το σώμα, ζω κοντά στο σώμα, είμαι αυτό που με το σώμα ταυτίζεται, είμαι αυτό που μπορεί να σκέφτεται από το σώμα και να φοβάται από το σώμα. Όμως αυτό που είμαι το έχω δει να βγαίνει από το σώμα, να παίρνει απόσταση από το σώμα, ανάμεσα σε αυτό που είμαι και το σώμα υπάρχει πάντα μια αμυδρή απόσταση, μιας χαρακιάς απόσταση, ένα ανεπαίσθητο κενό.

"Όλα είναι σώμα", βοούν οι Υλιστές. Και τα υπόλοιπα ζωγραφιές μόνο του Νου, απλές παραστάσεις και Αναπαραστάσεις, πότε εγκλημάτων πότε εγκλημάτων μέσα σε εγκλήματα.
Απλά παιγνίδια χημείας. Ακόμα και σε μένα τον Ιδεολόγο κάτι μου ψιθυρίζει στο αυτί, όλα είναι σώμα! Ό,τι δεν είναι σώμα είναι πίστη!

Όμως να, θέλω να γελάσω κατάμουτρα στο θάνατο, κι ίσως μόνο για μια νίκη να παλεύει στο βάθος της απελπισίας η ψυχή μας, για τη Νίκη πάνω στο Θάνατο.
Κι είναι έξω Άνοιξη, πουθενά δεν βλέπεις Θάνατο μια τέτοια Μέρα. Ίσως μόνο να τον Ακούς, από το Άχρονο Βάθος του, και ξέρεις, πάντα ξέρεις, όσο κι αν σκεπάσεις τη μικρή θρασύτατη φωνή του, πως ο Θάνατος είναι εδώ, Τώρα! Πως ο Θάνατος θα είναι εδώ, Τώρα, μια στιγμή σαν όλες τις άλλες στιγμές, μα την τοποθέτησες μακρινή για να έχεις Χρόνο. Χρόνο Ζωής. Όμως και τότε θα είναι Τώρα, επειδή πάντα τώρα είναι.

Σκέφτομαι στην Ανατολή πόσο χαίρονται με το Θάνατο, κι αισθάνομαι σαν να του Τράβηξαν τη θλιβερή Πένθιμη Μάσκα του, κι ίσως αυτό που λέμε Νίκη να μην είναι τίποτα άλλο παρά να αφαιρέσεις από την ιδέα του θανάτου την βουλιαγμένη σου Θλίψη και το πένθος που του αντιστοιχεί, και να αντηχείς στους τόπους του Άδη μέσα σου κρυσταλλική λευκή χαρά βάθους απροσμέτρητου, και να του αρπάξεις με τη χαρά σου την εξουσία του, και στη σκέψη του να φέρεις γέλιο. Το Λευκό του πηγαίνει του Θανάτου περισσότερο από το Μαύρο.

Όμως να, συνηθίζουμε τη ζωή και δενόμαστε μαζί της. Και μετά, το πέραν αυτής, φέρει πάντα εκείνη την Αβεβαιότητα. Εσύ Κύριε Οδηγέ λύνεις το Πρόβλημα. Όμως να, χρειάζεται να τοποθετηθεί κάποιος κεντρικά στα Μάτια σου και την Καρδιά σου. Γιατί εχρίσθεις Αγωγός, ένα Μυστικό Πέρασμα, κι η Ένωσή μας μαζί Σου Χριστούς μας Καθιστά. Και μέσα από Εσένα μπορεί κανείς να διακρίνει στο Βάθος του Τούνελ ένα Τελικό Ζωτικό Φως. Η απόλυτη ευθυγράμμιση μαζί Σου φέρνει τα Μάτια σου στα Μάτια μας, και η παραμικρή παρέκκλιση μας πλαγιάζει στην Οδύνη. Τούτο είπες: Η Ένωσή σας μαζί Μου θα σας βγάλει από το Θάνατο που ζείτε. Κι ο Λόγος σου όλος είναι ένας Χάρτης για εμάς τους Πλανεμένους.
Εάν βέβαια κάποιος τα Πιστεύει όλ' αυτά. Ή τουλάχιστον αν έχει Κινδυνέψει τόσο στη ζωή του που χρειάστηκε να τα βρει και να τα δει. Μα ας τα προσπεράσουμε σήμερα για αργότερα, είπαμε είναι ωραιοτάτη Άνοιξις.

Η Θεία Κοινωνία, το Άγιον Πνεύμα, σκέψεις βλοσυρές για νέους. Κι ύστερα ο Έρωτας και οι Βουλές του, αι κραταιέ βουλέ των Αγγέλων και ο Πλατωνικός των Ιδεών Κόσμος. Το Χώμα, οι Μυρουδιές του, η Επαφή. Και η Ζωή, που όλοι τη Ζουν αλλά κανείς δεν ξέρει τι είναι.
Αρκεί να Αναρωτηθείς για να Καταλάβεις πως δεν ξέρεις τι είναι η Ζωή.

Ίσως Εσύ Σωκράτη με βγάλεις από το Σημερινό Δίλημμα και βγω μια βόλτα στην Άνοιξη να Ανοίξει η Καρδιά μου στις Μυρουδιές της Φύσης και χάσω τον Θάνατο από την Αναγέννησή της. Γιατί και εμένα έχει αρχίσει να μου μοιάζει χαζή ιδέα να φοβάμαι κάτι σαν το Θάνατο, που δεν ξέρω τι είναι.

Η σκέψη μου σε Σένα Χριστέ, ποια αλήθεια, ποια Αλήθεια! Τι είναι το Πραγματικό! Αν αφαιρέσω την Επιλογή μου!

Η Δίψα

Δεν ξέρω καλή μου, δεν ξέρω, αλλάζω βαθιά Περπατώ πλέον πάνω σε τριγμούς σταφυλιών Νέοι κόσμοι μου αποκαλύπτονται διαρ...