31 Μαΐου 2019

Ο ήλιος





Στην αναζήτηση του ηλίου κατέβαινε μέσα σου περνώντας από τις συμπληγάδες
Σίγουρα θα υπάρχει στα σπλάχνα μας ένας ήλιος ικανός όσο άλλοτε, όσο πάντοτε,
Ικανός να μας κρατάει ψηλά, ένας ήλιος σαν αδερφός
Όπου καμία νύξη δεν τον χαράζει
Ένας ήλιος που καρτερεί - ο ήλιος της υπομονής
Σίγουρα από τα ραγισμένα σπλάχνα μπορείς να τον δεις να λάμπει
Διαμάντι μέσα στα ναυάγια - άξιοι οι βουτηχτές που τον ανακαλύπτουν
Και τον φέρνουν με χίλιους κόπους στην επιφάνεια
Έναν ήλιο που τον αντλούν αχτίδα αχτίδα,
Αχτίδα παραπόνου κι άλλη μια παρηγοριάς
Όμως αν φωτίσει ένας τόσο ισχυρός ήλιος τα σπλάχνα κάθε σκιά θα πάψει το ουρλιαχτό της
Θέλω να πω θα αλλάξει η διακυβέρνηση στον κάτω κόσμο
Ως τότε, για τους νοσταλγούς, σιωπή από δάκρυα
Όμως δεν μπορεί, ο ήλιος υπάρχει, τον έχω δει σε μάτια να παλεύει
Ανάμεσα σε σκούρα επιδερμίδα – σκούρα από το πάθος, ή τον πόθο
Σκούρα είπα, όχι σκουριασμένη
Κι ύστερα, τι άλλο είναι ο έρωτας αν όχι ένας ήλιος που βαδίζει στην ανηφόρα
Το άρωμα των σπλάχνων γίνεται φιλί

Ο ήλιος ο βυθισμένος που σκίζει τη θλίψη να φτάσει στα μάτια
Νικάει το φόβο, υποστηρίζει την αδυναμία
Η ήλιος που εκκρεμεί μέσα στα σπλάχνα του ελέους
Που παίρνει το δάκρυ ένα ένα και το βγάζει στην αμμουδιά
Ο ήλιος ο αστήριχτος, το αστήριχτο ύψος του, που μπορείς να περπατήσεις πάνω του
Πιο σταθερά από το βάδισμα στη γης
Σίγουρα θα υπάρχει ένας τέτοιος ήλιος λησμονημένος μέσα στις υπάρξεις
Που τις δέρνει ο βοριάς
Ένας ήλιος ανατολικός και νότιος, σαν ζεστό αεράκι στην επιδερμίδα

Ένας ήλιος που φτιάχνει τα μάτια λαμπερά, όλο το άλλο σώμα διάφανο χωρίς πόνο
Όλο το άλλο η βασανισμένη περιφέρεια του κέντρου του
Η κατακόρυφη αχτίδα του ήλιου - ένας Χριστός όλος λύπη
Ο βυθός της ανατέλλουσας σιωπής
Ο θησαυρός των ουρανών και των εγκόσμιων
Ο ήλιος, το τέλος του χρόνου
Ο ζωντανός πόθος των εραστών της αλήθειας
Η αλήθεια χωρίς σκληρότητα και χωρίς περιτύλιγμα μαύρου
Ο γλυκύς δυνάστης, ο ήλιος
Και το ζοφερό του περιτύλιγμα, οι φασκιές του αόρατου

Ένας ήλιος ικανός να σε ανατινάξει στην έκσταση
Μπορείς να νιώσεις το φως του να βγαίνει μέσα από τους πόρους του δέρματός σου
Ο σκεπασμένος ήλιος από το χρόνο και η απέραντη ησυχία του
Το ιδανικό των μοναχικών
Ο θησαυρός που πήρε ρίγος
Ο πλούτος που καταποντίστηκε μέσα στη φτώχια
Η αγάπη που πήρε σφαγή
Ο μανδύας που τύλιξε το βρέφος μόλις βγήκε από το φάτνη
Η μητέρα που γέννησε άστρο χαμένο στον γαλαξία
Ο ήλιος ο μονάκριβος ο ταξιδευτής
Και οι άγγελοι που τον περιμένουν

Ο ήλιος που ανοίγει άξαφνα τα παράθυρα μέσα στον χειμώνα
Ο ήλιος της εμπιστοσύνης

Στο σπλάχνο η έδρα του ηλίου.

Δια τούτο ελέχθη, ήλιος ο ευσπλαχνικός
Ήλιος της ευσπλαχνίας και της συμπόνιας
Ήλιος της αγαθότητας και της πλήρους αγάπης
Αλλιώς δεν είναι ήλιος,  πήρε μερτικό.

21 Μαΐου 2019

Η Ηχώ






Έβλεπε το ηλιοβασίλεμα, "τι σκέφτεσαι;" τη ρώτησε, "όχι πολλά πράγματα".
- Θέλεις να μείνεις μόνη;
- Αυτή τη στιγμή όχι και ναι.
- Από το όχι φεύγεις, στο ναι πηγαίνεις, της είπε.
- Θέλω να καταλάβω, είπε εκείνη.
- Να καταλάβεις; Τι να καταλάβεις; Πέρασαν τόσοι άνθρωποι από τη ζωή που δεν κατάλαβαν. Έχει καμιά σημασία να καταλάβεις; Η ζωή είναι για να τη ζεις όχι για να την καταλαβαίνεις.
Ο ήλιος πλάγιασε πίσω από το βουνό.
- Κοίτα, κοίτα χρώματα, του είπε, με γεμίζουν έκσταση!
Εκείνος έσκυψε και τη φίλησε στο σβέρκο, εκεί που υπήρχε λίγο χνούδι από τα μαλλιά της κι ανατρίχιασε, τυλίχτηκε στην εσάρπα της, έκανε λιγάκι ψύχρα.
- Κάποια φορά, με πλησιάζει η αίσθηση πως είμαι μόνη πάνω στον πλανήτη.
- Είσαι μόνη πάνω στον πλανήτη, όλοι οι άνθρωποι είναι μόνοι πάνω στον πλανήτη, μερικοί έχουν σχέσεις, άλλοι έχουν σχέσεις για να μην είναι μόνοι στον πλανήτη.
- Κι όμως, θα ορκιζόμουν πως είναι όμορφα, του είπε.
- Είναι όμορφα, δεν χρειάζεται να ορκιστείς, σε πιστεύω.
- Τι είμαι;
- Είσαι ένας άνθρωπος, ένα θηλυκό ον, μια γήινη οντότητα. Η καταγωγή σου είναι από τα άστρα, η καρδιά σου είναι κρύσταλλος, το σώμα σου κρατά το μεγάλο υπέροχο πνεύμα σου, είσαι κάτι θαυμάσιο, μπορείς με μια σκέψη να πας στο φεγγάρι.
Του χαμογέλασε.
- Είναι βαθιά αυτά τα μυστικά για μένα, του είπε.
- Είναι βαθιά για όλους.
- Δεν είμαι όμως κάτι θλιβερό· ένα σκουλήκι.
- Είσαι το σύμπαν, πως θα μπορούσε να είσαι κάτι θλιβερό;
- Ο Ιησούς μπορούσε να μετακινήσει ένα βουνό με την πίστη του;
- Εντάξει, Εκείνος πάντα υπήρξε Σεμνός.
- Πήρα λάθος τον εαυτό μου λάθος και τη ζωή μου, του ομολόγησε.
Εκείνη τη στιγμή, ζητούσε να την αγκαλιάσει και το ένιωσε. Την αγκάλιασε· τα μάτια της έλαμψαν, τη φίλησε στο μάγουλο, εκείνη το δέχτηκε με μια κάποια τρυφερή ειρωνεία.
- Αν πέσω από αυτόν τον γκρεμό, του είπε - γιατί εκεί που καθόταν κάτω της έχασκε ένας γκρεμός - τι θα πάθω;
- Θα σκοτωθείς.
- Αν σε φιλήσω τι θα πάθω;
- Θα με ερωτευτείς.
- Αν σε ερωτευτώ τι θα πάθω;
Μετά το άλλαξε αφού το σκέφτηκε λιγάκι. 
- Αν σε ερωτευτώ μπορώ να πέσω από αυτόν τον γκρεμό;
- Δοκίμασε...
- Μου αρέσεις, γιατί είναι σαν να μην είσαι εδώ.
Εκείνος της είπε: είμαι εδώ για μένα.
- Όχι για μένα; Απόρησε.
- Όχι, είμαι εδώ για μένα, αυτό είναι το θαυμάσιο.
- Σε χρειάζομαι, του είπε.
- Κι εγώ. 
Αγκαλιάστηκαν. Μετά χώρισαν. 
- Πάω να μαζέψω λουλούδια, είπε εκείνη, να το βάλω στο περβάζι του παραθύρου. Εσύ τι θα κάνεις;
- Εκείνο που άφησες εσύ, θα συνεχίσω να κοιτάζω το ηλιοβασίλεμα.
Μετά της είπε: τα μαλλιά σου είναι ξανθά.
- Πάντα ξανθά ήταν.
Μετά (από μακριά) του φώναξε: τη νύχτα θα βγούμε μια βόλτα στο δάσος?
Χωρίς να περιμένει απάντηση είπε: μου αρέσει να βγαίνω τη νύχτα βόλτα στο δάσος – το ξέρεις άλλωστε – αλλά φοβάμαι μόνη.
Εκείνος είπε: νομίζω αυτό είναι σωστό.
- Όμως είναι ωραία τη νύχτα στο δάσος, δε συμφωνείς;
- Είναι ωραία, γιατί φοβάσαι μόνη κι έρχεσαι και κολλάς πάνω μου. Κι ύστερα πάμε σπίτι και κάνουμε έρωτα.
- Απόψε θέλω να ανέβω σε ένα δέντρο.
- Σίγουρα για τους ανθρώπους θα είμαστε παράξενοι, ίσως τρελοί.
- Ορθολογιστή, ε ορθολογιστή! Του φώναξε.
- Έχεις κάτι από πεταλούδα!
Εκείνη είπε: θα συνεχίσουμε το διάλογο ως εκεί που ακουγόμαστε, συμφωνείς;
Μετά του είπε: αν πεις σ’ αγαπώ θέλω να το ακούσω.
- Ερωτεύτηκα ένα καλό ξωτικό. Είσαι παράξενη, ακούς;
- Τι είπες;
- Είσαι παράξενη λέω.
- Δε με νοιάζει, θέλω να κολυμπήσω τη νύχτα στη λίμνη!
- Θα κρυώσεις, δεν είναι η εποχή.
- Θέλω λιγάκι να βρεθώ στα χέρια σου, για αυτό το κάνω!
Θέλω να με περιποιηθείς, μου αρέσει να με περιποιούνται, μια μέρα σκέφτηκα να σπάσω το πόδι μου για να με αγαπάς περισσότερο! Του φώναξε.
- Είναι θαυμάσια! Μονολόγησε εκείνος.
- Είπες κάτι;
- Βγαίνει το φεγγάρι.
- Δε σ’ ακούω.
- Γύρισε πίσω, θα χαθείς, έπεσε η νύχτα.
- Λατρεύω τη νύχτα, του φώναξε. Μετά του είπε: τι γεύση έχουν τα χείλη μου;
- Ροδάκινο, της φώναξε.
- Θυμάσαι τότε που μου μάζεψες αγριολούλουδα και τα ακούμπησες στο προσκεφάλι μου; γιατί το έκανες;
- Για να σου φέρω την άνοιξη.
- Αν πεθάνω θα πεθάνεις μαζί μου;
- Δε σε ακούω, είπε εκείνος.
- Με άκουσες ψεύτη.
- Ειλικρινά δε ξέρω αν πεθάνεις πρώτη αν πεθάνω μαζί σου.
- Είναι εντάξει έτσι, είπε εκείνη.
- Χαίρομαι που σε συνάντησα στη ζωή μου, του φώναξε. Ελάχιστοι έχουν αυτή τη ευλογία.

- Ει, ψιτ, κύριε, εδώ είμαι, του είπε.
Μετά κοίταξε κάτω το γκρεμό, κάτω κυλούσε ένα χρυσαφένιο ποτάμι, χρυσαφένιο από τις ανταύγειες της πανσελήνου. Ω ύψος, έκανε. Ζαλίστηκα. Κράτα με λίγο. Εκείνος την κράτησε.
- Δε νιώθεις μια επιθυμία να με σπρώξεις στο γκρεμό; Τον ρώτησε.
Μετά είπε: θέλω να πετάξω.

- Φλερτάρεις με το θάνατο, της είπε.
Γύρισε, τον κοίταξε στα μάτια και του χαμογέλασε η ψυχή της. 
- Πες το πιο αργά, του είπε.
Εκείνος είπε τονίζοντας ένα ένα τα γράμματα: Φ λ ε ρ τ ά ρ ε ι ς  μ ε  τ ο  θ ά ν α τ ο.

Κι ύστερα του είπε μεθυσμένη από μια καινούργια συγκίνηση: φίλησέ με.

Και τη φίλησε.

18 Μαΐου 2019

Παρά λίγο Καλοκαίρι





Με το ‘να και τ’ άλλο ήρθε πάλι το καλοκαίρι
Ποτέ δεν αργεί, πάντα στην ώρα του
Πειστικό χωρίς καμία προσπάθεια
Ζεστό από τη φύση του
Με το ‘να και τ’ άλλο ζητάει καρδιά για να το ζήσεις
Και συντροφιά να το χαρείς
Μα με το 'να και τ’ άλλο ξεχνάμε σημαντικές λεπτομέρειες
Όπως να ζούμε στην ώρα μας
Λίγο ο φόβος, λίγο τα μακρινά πουλιά, λίγο τα όνειρα του ορίζοντα
Λίγο το χθες λίγο το αύριο, λίγο η αγάπη που βουλιάζει
Λίγο ο δισταγμός, λίγο η αμφιβολία, λίγο η χαμένη πίστη
Λίγο το ένα λίγο το άλλο, μας φτιάχνουν ένα πολύ να αντιμετωπίσουμε

Λίγο το ένα λίγο το άλλο γεμίζει κηλίδες ο καιρός
Η ομορφιά των δροσερών κοριτσιών εξέταση
Τα σώματα νάρθηκες και λίγο με το ένα λίγο με το άλλο
Ο έρωτας κατεβαίνει
Ανεβαίνει η επιβίωση, η επιτυχία, ο ανταγωνισμός
Και τα πουλιά που κελαηδούν πνίγονται
Λίγο το ένα λίγο το άλλο μες το ίδιο πηγάδι
Θολώνουν τα νερά

Λίγο το ένα λίγο το άλλο, λίγο οι γνώμες των ανθρώπων
Λίγο η γνώμη μας γι' αυτούς
Λίγο το σωστό, λίγο το λάθος
Λίγο η ελπίδα, λίγο η ματαιοδοξία
Λίγο το άθροισμα της μέρας να βγάζει νύχτα
Λίγο το άθροισμα της διαθέσεως να δείχνει κάτω
Λίγο ο αόρατος σταυρός ο φορτωμένος στην πλάτη
Λίγο η ανάσταση των άλλων
Λίγο να σώσεις τον κόσμο, λίγο να σωθείς
Λίγο να σώσεις τον ψυχίατρό σου

Λίγο το ένα λίγο το άλλο, έτσι φτάσαμε σε αυτή την ηλικία
Τα μάτια του καλοκαιριού να μην συναντούμε
Να πέφτει πάντα λοξά ο καιρός
Πάντα λίγο το ένα λίγο το άλλο, λίγο η ενοχή που κρατάει
Λίγο ο ουρανός που ανοίγει με το βάσανο
Λίγο το χρώμα που έπεσε μέσα στο μαύρο και το άσπρο
Λίγο ο γύψος στο πόδι, λίγο το χέρι που δεν ταιριάζει με άλλο χέρι
Λίγο τα χείλη που φιλούν κρυφά
Λίγο που κλέβεις τη χαρά
Λίγο που ψάχνεις να βρεθείς μέσα στην τσέπη σου

Λίγο που με όλ’ αυτά ορφανεύει η θάλασσα
Κι απομένει αμοίραστη η νύχτα
Πληθαίνουν οι ζητιάνοι
Λίγο να γυρίσεις την κραυγή σε μελωδία
Λίγο να ανοίξεις τη μοναξιά να σε χωρέσει
Να χωρέσει και τη ζωή σου, και τον άλλο άνθρωπο

Λίγο, μα σημασία έχει
Πως σε μια στιγμή παλεύεις, να γυρίζεις θετικό το άθροισμα
Να βάλεις στην άλλη άκρη της ζυγαριάς και της δικαιοσύνης
Ένα πούπουλο ευτυχίας
Να γείρει η πλάστιγγα της ζωής σου κατά τον ουρανό

Λιγάκι μόνο να αφαιρεθεί ο διάβολος
Να το σκάσεις κατά του αγγέλου
ν' ανοίξει ο δρόμος οριστικά. 

15 Μαΐου 2019

Ο κήπος που ανθίζει







Υπάρχουν πολλά προβλήματα, πολλά να αντέξει κανείς, αλλά νά, είναι ο κήπος που ανθίζει.
Υπάρχουν πολλά να ελπίσεις, πολλά να φοβηθείς, όμως νά, είναι ο κήπος που ανθίζει.
Πολλές φορές δε ξέρω, πολλές φορές δε μιλώ, είναι ο κήπος που ανθίζει.
Πολλές φορές κάθομαι σιωπηλός, χωρίς να περιμένω, χωρίς να προσδοκώ, είναι ο κήπος που ανθίζει.
Άλλες, μου λεν για τα στραβά του κόσμου αλλά σαν να γελώ – είναι ο κήπος που ανθίζει.
Κι άλλες, ενώ βρίσκομαι στο μέσων μιας μεγάλης οχλαγωγίας, ξάφνου όλοι σταματούν να μιλούν και κανέναν δεν ακούω, είναι ο κήπος που ανθίζει
Κι άλλες φορές, ενώ άλλα σκέφτομαι, τα χέρια μου ανοίγουν σε μια αγκαλιά, είναι ο κήπος που ανθίζει.
Κι ενώ είχα να πάω αλλού, αλλού πηγαίνω, είναι ο κήπος που ανθίζει.
Κι ενώ είχα δουλειές να κάνω κατέβηκα στη θάλασσα, είναι ο κήπος που ανθίζει.
Με κάλεσαν σε μια συγκέντρωση αλλά το ανέβαλα με μια δικαιολογία, και κάθισα μόνος σπίτι να αφουγκράζομαι το σκοτάδι, χωρίς καμία λογική να μου λέει πως πέρασα καλύτερα, όμως νά, είναι ο κήπος που ανθίζει.
Κι ενώ είχα άλλα να πω άλλα είπα, όμως νά, ο κήπος άλλα λόγια μου έβαλε στο στόμα.
Αλλιώς είχα να συμπεριφερθώ αλλιώς συμπεριφέρθηκα, χωρίς να αλλάξω γνώμη, γιατί είναι ο κήπος που ανθίζει.
Για αλλού ξεκίνησα αλλού κατέληξα, γιατί είναι ο κήπος που ανθίζει και με οδηγεί.
Συχνά αλλάζω μάτια, και πέντε φορές μες τη μέρα, γιατί είναι ο κήπος που ανθίζει.
Και με πιάνουν άξαφνες διαθέσεις μελαγχολίας, κι άλλες φορές χαίρομαι εκστατικά σαν παιδί χωρίς λόγο, γιατί είναι ο κήπος που ανθίζει.
Και κει που τα βλέπω όλα μαύρα, άξαφνα μια αστραπή περνάει από τα μάτια μου μπροστά και λευκαίνουν, γιατί είναι ο κήπος που ανθίζει.
Και θα ‘βαζα στοίχημα πως κάποιος μες στον κήπο παίζει μουσική.
Γιατί ο ίδιος τόπος αλλάζει πολλές φορές μέσα στη μέρα, και πολλές φορές αλλάζουν κι οι ίδιοι άνθρωποι, γιατί είναι ο κήπος που ανθίζει.
Ζυγίζομαι στη ζυγαριά και βγαίνω πάντα ελαφρύτερος, γιατί είναι ο κήπος που ανθίζει.
Κι ενώ κάποιος με πείραξε και σαν λιγάκι θυμό να του κρατώ… ξαφνικά τον αφήνω και φεύγει, γιατί είναι ο κήπος που ανθίζει.
Κι ενώ άλλη φορά είναι σαν δεμένα να έχω χέρια… άξαφνα ανοίγουν χωρίς να με ρωτούν, γιατί είναι ο κήπος που ανθίζει.
Και κει που περπατώ αγαπώ έναν άνθρωπο, κι άλλον έναν που έχω να τον δω είκοσι χρόνια, γιατί είναι ο κήπος που ανθίζει.
Κι άλλη φορά νιώθω συμπόνια σε έναν περίπατό μου για μια τσακισμένη πασχαλιά, γιατί είναι ο κήπος που ανθίζει.
Και με παίρνουν τα δάκρυ για μια αδικοχαμένη γάτα εξ αιτίας του κήπου που ανθίζει.
Κι άλλη φορά, στέκομαι και κοιτάζω ένα δέντρο σαν να έχει καρδιά – γιατί είναι ο κήπος που ανθίζει
Κι ενώ κανονικά θα έπρεπε να φοβηθώ εμπιστεύομαι – εξ αιτίας του κήπου.
Κι ενώ στη φτώχια μου θα έπρεπε να κάνω οικονομία, πάω και τα μοιράζομαι με τους ζητιάνους – γιατί είναι ο κήπος που ανθίζει.
Και χαλώ τα λεφτά μου αντί να τα επενδύω, ενώ σε ανθρώπους επενδύω – γιατί είναι ο κήπος που ανθίζει.
Κι άξαφνα εκεί που περπατώ μου φεύγει η καρδιά μου και πάει και χτυπάει αλλού – ο κήπος είναι που ανθίζει.
Πάω να κλείσω τα παράθυρα και ο άνεμος τα ανοίγει – ο κήπος είναι που ανθίζει.
Πάω να κακολογήσω και επαινώ – ο κήπος είναι που ανθίζει.
Πάω να ζηλέψω και ευγνωμονώ – ο κήπος είναι που ανθίζει.
Πάω να κλειστώ και περισσότερο ανοίγω – ο κήπος είναι που…
Όποτε πάω να σοβαρευτώ παίζω, ο κήπος…
Κι ενώ μεγαλώνω σε ηλικία η ψυχή μου δεν τη συμμερίζεται – ο κήπος…
Πάω να φορέσω γυαλιά ηλίου και το βλέμμα μακριά τα πετάει – ο κήπος το κάνει
Προσπαθώ να κινδυνέψω αλλά μάταια – με ευθύνη του κήπου
Κι άξαφνα, εκεί που σκεφτόμουν κάτι για τη δουλειά, αισθάνομαι να θέλω κάτι να περιθάλψω – γιατί είναι ο κήπος που ανθίζει.
Και με πιάνει άξαφνα μέσα στη μέρα μια ακατανόητη στοργή.
Και κει που συζητούσα σοβαρά με κάποιον άνθρωπο πέφτω και κυλιέμαι στο χορτάρι – γιατί είναι ο κήπος που ανθίζει.
Και προσέχω το βλέμμα μου που όλη τη μέρα πιάνεται απ’ τα πουλιά κι όπου υπάρχει στο δρόμο πούπουλο το προσέχω

Γιατί είναι ο κήπος που ανθίζει.

14 Μαΐου 2019

Η Πίστη




    
«Φλυαρήσαμε πολύ, τώρα ας φιληθούμε», Όλο κάτι τέτοια παράξενα της έλεγε και την εξέπληττε. Ήταν σα να είχε δικό του δίκιο. Πως την κέρδισε δε κατάλαβε – μόνο του ήρθε. Την άφηνε πάντα ελεύθερη να φύγει, ποτέ δεν έφευγε· γύριζε πάντα γύρω του όπως μια μέλισσα γύρω από ένα λουλούδι. Κάποιες φορές, της έδινε την εντύπωση πως δεν τον ένοιαζε.
Την εντύπωση μιας αυτάρκειας, ενός ανθρώπου αυτόευτυχισμένου. Σαν να είχε τελειώσει με την ανάγκη. Ενός ανθρώπου που δεν κάνει τίποτα για να καταφέρει το οτιδήποτε γιατί τίποτα δεν του λείπει.
Ωστόσο εκείνη το καταλάβαινε, πως είχε ανακαλύψει την ανοιχτή αγάπη. Ήταν τόσο γαληνεμένος κάποιες φορές που την τρόμαζε. Κανέναν κυματισμό δεν φανέρωνε η μορφή του, σαν ένα κέρινο – πλην απαλό άγαλμα.
Λες και είχε λιώσει το συναίσθημά του πάνω στη μορφή του και το σώμα του είχε λιώσει μέσα στο συναίσθημά του. Μπορούσε να απομένει για ώρες σιωπηλός και να κοιτάζει, θα έλεγες πως χανόταν – ωστόσο δεν συνέβαινε, είχε επίγνωση του περιβάλλοντος – του στενού και του ευρύτερου, του πλανήτη και του σύμπαντος. Μπορούσε να συγκεντρωθεί και να αποσυγκεντρωθεί σε ταχύτητα που πάλλεται το φτερό ενός κουνουπιού στον αέρα.

Πολλές φορές εκείνη, είχε την αίσθηση πως αν τον άγγιζε το χέρι της θα περνούσε από μέσα του. Είχε φτιάξει αυτή την καλύβα στην άκρη του Ωκεανού. Ποιος ήταν, από πού είχε έρθει, ποιο το παρελθόν του, κανείς δε γνώριζε και κανείς δεν γύρεψε να μάθει.
Εκείνη τον γνώρισε στην παραλία, ήταν ταυτόχρονα απόμακρος και φιλικός. Δεν έμοιαζε του κόσμου τούτου και τον συμπάθησε – άλλωστε είχε τόσα πολλά στο μυαλό της εκείνη την εποχή και ταραχή στην καρδιά της.
Ήταν παράξενη η γνωριμία τους, εκείνη ήταν γονατισμένη εκείνη τη στιγμή και είχε σκυμμένο το κεφάλι της, όταν το σήκωσε είδε τα μάτια του μπροστά της και εκείνος έγειρε αργά και τη φίλησε. Δεν κατάλαβε γιατί το επέτρεψε. Ούτε εκείνη τη στιγμή ούτε όταν το σκέφτηκε. Όμως την άλλη μέρα ήταν ξανά εκεί.

Όταν εκείνος βγήκε από την καλύβα και την πλησίαζε… είχε όλο το χρόνο να τον παρατηρεί κάτω από τα μαύρα γυαλιά της. Ήταν ένας θεός, ένας θεός του δωδεκαθέου και κράτησε την ψυχραιμία της. Δεν έπρεπε να γοητευθεί.

Όταν έφευγε από την καλύβα του δεν καταλάβαινε τίποτα, το μυαλό της είχε σταματήσει. Είχε κάνει έρωτα με αρκετούς άντρες στη ζωή της, πότε δεν τους συνέκρινε μεταξύ τους, με τον καθένα υπήρχε κάτι διαφορετικό. Και με αυτόν υπήρχε κάτι διαφορετικό αλλά δεν μπορούσε να εντοπίσει το τι, κι όσο έψαχνε τον εαυτό της να πάρει απάντηση ένιωσε να φοβάται. Ωστόσο, το γνώριζε πως την άλλη μέρα θα ήταν ξανά εκεί, φυσικά με μια δικαιολογία.

Δέκα μέρες στη σειρά ήταν ξανά εκεί, και στο τέλος δεν είχε δικαιολογία. Δεν ήταν που περνούσε όμορφα μαζί του, ήταν που ένιωθε όμορφη. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει, φυσικά ήταν ερωτευμένη, αλλά με έναν άλλο τρόπο από αυτούς που είχε ως τώρα ερωτευτεί.

Καταρχάς ένιωθε να μην τον χρειάζεται, μετά, άρχισε να καταλαβαίνει, πως παρόλο που είχαν ειπωθεί λιγοστά μεταξύ τους, τον γνώριζε περισσότερο κι από τη μητέρα της. ύστερα, ήταν βέβαιη, πως όταν έφευγε από κοντά του εκείνος δεν την σκέφτονταν. Μια μέρα όμως που αποφάσισε να δοκιμάσει τα αισθήματά του… κατάλαβε πως θα πέθαινε πρόθυμα για εκείνη. Ίσως πέθαινε πρόθυμα για κάθε άνθρωπο, ίσως πάλι είχε καταλάβει πώς να τον δοκιμάσει θέλησε. Τούτο το ανεξήγητο οδηγούσε τα πόδια της στην καλύβα του όλο το καλοκαίρι. Και κάθε φορά ήταν σαν την πρώτη φορά, έτσι που έλεγε πως και μετά είκοσι χρόνια έτσι θα ήταν.

Μια μέρα, όταν έμπαινε το Φθινόπωρο, πήγε εκεί και δεν βρήκε ούτε εκείνον ούτε την καλύβα. Αρχικά δεν ήξερε πώς να νιώσει κι ένιωσε μια τεράστια αβάσταχτη μοναξιά. Μετά έκλαψε, στο μέρος εκείνο που ήταν χτισμένη η καλύβα.
Ύστερα όμως χάρηκε, τόσο βαθιά όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή της. Κι ένιωσε να εμπιστεύεται, χωρίς να ξέρει γιατί το κάνει. Όμως ήταν απολύτως βέβαιη πως κάπου εκεί κοντά ήταν, ίσως μάλιστα από κάπου να την έβλεπε, είχε θρέψει και την έφτασε μια πρωτόγνωρη πίστη από την ψυχή της, πως δεν την εγκατέλειψε.

Από την ίδια της την πίστη χαμογέλασε. Ήταν βέβαιη πως αν γύριζε το κεφάλι της εκείνη την ώρα θα τον έβλεπε από τον ορίζοντα της αμμουδιάς να περπατά προς το μέρος της. Δεν γύρισε το κεφάλι, μόνο έβγαλε τη ζακέτα της και την ακούμπησε πλάι, έφτιαξε τα μαλλιά της και έβγαλε από την τσάντα της ένα καθρεφτάκι, διόρθωσε λιγάκι το κραγιόν της και κοίταξε την αντανάκλαση των φωτεινών ματιών της και γέμισε αυτοπεποίθηση, ενώ όλη αυτή την ώρα μετρούσε από μέσα της τα βήματά του.

Γύρισε και τον φίλησε.

Ούτε για μια στιγμή της πέρασε η σκέψη από το μυαλό ολόκληρο το καλοκαίρι, πως μαζί του γνώριζε την αγάπη.

12 Μαΐου 2019

Η ψυχή των λουλουδιών






Η μάνα μου υπήρξε μια απλή γυναίκα. Δεν καταλάβαινε πολλά για την πολιτική και τη λειτουργία του κόσμου, όμως ήταν πάντα χαρούμενη και ανθισμένη, ποτέ δε σκοτείνιαζε.
Μάλλον ήταν λαϊκή, κορίτσι του λαού, εγώ έβλεπα να αγαπά πολύ τα λουλούδια. Γεννήθηκα μέσα σε ένα λουλουδιασμένο περιβάλλον. Δεν είχε κάποια μόρφωση, όμως ένιωθα να τα γνωρίζει όλα. Γεννήθηκε στο φως και έμεινε στο φως. Οι μορφωμένοι γεννιούνται στο φως και περνούν μέσα από το σκοτάδι για να επιστρέψουν στο φως, μερικοί δεν τα καταφέρνουν ποτέ.
Μερικοί μεγαλώνουν για να μπορέσουν να επιστρέψουν και να ξαναγίνουν παιδιά. Μαθαίνουν, κι ύστερα όσα έμαθαν τους γίνονται βραχνάς και βάσανο και αργότερα μπαίνουν σε διαθέσεις λήθης κι αποξεχασμού και λησμονιάς, για να μπορέσουν να ξεχάσουν όσα έμαθαν και να τους φτάσει, μετά από μεγάλα βάσανα, η πρώτη τους αθώα μνήμη και οι μυρουδιές τους. Κι αφού έγραψαν πάρα πολλά στην ψυχή τους σαν ένα τεράστιο βιβλίο, αρχίζουν να διαβάζουν τις σελίδες του με πόθο να φτάσουν στο ριζικό λευκό.

Ένας στους τόσους από αυτούς ίσως καταφέρει να γίνει τελικά καλός. Η μάνα μου γεννήθηκε καλή, έζησε καλή και πέθανε καλή. Γεννήθηκε στον παράδεισο, έζησε στον παράδεισο και πέθανε με το βλέμμα κατά τον παράδεισο.

Αφού, έτσι κι αλλιώς τα παιδιά κληρονομούν τη βασιλεία των ουρανών… εκείνη δε μεγάλωσε ποτέ. Δεν κινήθηκε ποτέ ούτε δεξιά ούτε αριστερά από την καρδιά της, γεννήθηκε στην καρδιά της και έμεινε στην καρδιά της, έζησε από την καρδιά της και με τους νόμους της καρδιάς.

Δεν ξέρω αν έχασε ή κέρδισε, πάντως υπήρξε πιστή. Δεν είχε ποτέ ούτε μεγάλα όνειρα ούτε τρανές φιλοδοξίες, της αρκούσε να ζει. Δεν επιδίωξε την αγιότητα ούτε αγωνίστηκε για αυτήν, γεννήθηκε αγία και παρέμεινε αγία. Δεν χρειάστηκε να παλέψει με τον πειρασμό, δεν τον συνάντησε. Δεν χρειάστηκε να ψάξει να βρει την απλότητα, τη χάρις και τη σοφία, παρέμεινε πάντα απλή, χαριτωμένη και σοφή.

Δε χρειάστηκε να μάθει να πετάει, δε το ξέχασε ποτέ. Δεν χρειάστηκε να εντρυφήσει, σε ένα κάποιο αργότερα, στις λεπτομέρειες των πραγμάτων, ήταν πάντα λεπτομερέστατη, τα κεντήματά της το μαρτυρούν. Δεν χρειάστηκε να βρει σε ένα κάποτε την ψυχραιμία της, ήταν πάντα ψύχραιμη. Δεν χάθηκε, δεν περιπλανήθηκε, δεν πήρε ποτέ λάθος δρόμους, γεννήθηκε στο φως και έμεινε στο φως, δεν κινήθηκε μήτε δεξιά μήτε αριστερά.
Έμεινε στο κέντρο της καρδιάς της, τη χαρά.

Να γεννηθείς από την κοιλιά της υπήρξε πάντα για μένα μεγάλος προβληματισμός και μεγάλος μπελάς και αδιάκοπο ταξίδι. Να επιστρέφω σε ένα κέντρο ύπαρξης που εκείνη το καθιέρωσε ως άφταστο ιδανικό και αδύνατον. Δεν έλειπε ποτέ από τα μάτια της η αγάπη, δεν πήρε ποτέ στα μάτια της φάλτσο, αυτό είναι το αδύνατον να φτάσεις.

Κάποιες φορές έχεις την αίσθηση πως γεννήθηκες από άγγελο και σου γίνεται αυτό ο εφιάλτης σου.

Τα λουλούδια, τα λουλούδια, εκείνα με στοιχειώνουν, μεγάλο το άρωμα, πλούσιο, εκείνη η σκάλα στο σπίτι του χωριού με τις πολλές πολύχρωμες γλάστρες στα σκαλοπάτια της, που κάθε φορά που την ανέβαινες για να βρεθείς στην αγκαλιά της περνούσες μέσα από ένα διάζωμα αρώματος.  Η όσφρηση, αυτή με στοιχειώνει. Και η ίδια της η μυρουδιά, μύριζε όλη η γειτονιά μάνα. Η σκάλα! Η σκάλα, να μάθω που οδηγεί, η ατελείωτη ουράνια σκάλα με την κορυφή της βυθισμένη μέσα μου!

Όμως αυτή η αγάπη της για τα λουλούδια που είναι η πλήρης συνάρτηση με το φως, και στα μαλλιά της, και στον κόρφο της, παντού λουλούδια, να σε πνίξει τόση άνοιξη. Να σε καταπιούν τέτοια μάτια! 

Εντάξει, υπήρξα ερωτευμένος. 

11 Μαΐου 2019

Χορός στο Ημίφως





Μίλα μου, μίλα μου, εγώ θα καθίσω εκεί στη γωνιά και θα σ’ ακούω.
Μίλα μου, πες πως μου γράφεις, το ίδιο είναι.
Μίλα μου, νιώθω την ψυχή σου απόψε βαριά.
Μίλα μου, μη φοβηθείς, μη μου αποκρύψεις, πες την αλήθεια όπως έρχεται, με λέξεις που εκείνη θα επιλέξει. Μίλα μου, κι αν θέλεις κοίτα με για λίγο σαν έναν εχθρό, θα το αντέξω. Μίλα μου, μπορώ να πληρώσω για λίγο ενός άλλου ανθρώπου την αδικία. Δεν θα σε παρεξηγήσω, νιώθω πως κάποιος σε πλήγωσε τα περασμένα χρόνια.
Όμως μίλα μου, κι αν σου έρθουν δάκρυα μη τα σταματήσεις, σου ζητώ μια απελευθέρωση απόψε και θα τη σεβαστώ. Ακόμα και να με χτυπήσεις θα δεχθώ από την κατανόηση, εσύ θα με χτυπάς κι εγώ θα προσπαθώ να σε αγαπώ. Θα κάνει καλό αυτό και στους δυό μας.
Όμως μίλα μου, γιατί αισθάνομαι κάτι να κρύβεις και από τους δυό μας.
Κι έχεις μάθει εσύ να μου ζητάς να γυρίζουμε σε έρωτα την οργή.
Όμως μίλα μου, απελευθέρωσε το φόβο, πες πως με εμπιστεύεσαι, αύριο θα το ξεχάσω.
Όμως μίλα μου, βλέπω στο σώμα σου κάτι χαρακιές, γύρισε και δείξε μου την πλάτη σου. Βλέπω λίγο ξεραμένο αίμα στα μάτια σου, θέλεις να το κλάψουμε μαζί, εσύ από την αρχή του εγώ από το τέλος του.
Στάσου, μη φεύγεις, δεν ήθελα να σε τρομάξω.
Δεν είχα πρόθεση να σχετιστούμε στ’ αλήθεια.
Πες πως δεν υπάρχω, αν σου αρκεί, εμένα μ’ εξασφαλίζει.
Όμως βλέπω μέσα σου μια πανανθρώπινη κραυγή να έχει πέσει μες τη σιωπή σου.
Και με συγκινεί το σώμα σου που το έχεις φορτώσει με τα δάκρυά σου.
Άσε με να σηκώσω τα μαλλιά σου από το πάτωμα.
Ρίξε κάτι πάνω σου, μη στέκεσαι εκεί γυμνή.
Σε βλέπω και λυγίζεις.

Μίλα μου, θα το αντέξω. Θέλεις να πιεις κάτι πρώτα; Πιες, έχω εκεί στη γωνιά μια μπουκάλα κρασί φυλαγμένο γι’ αυτή τη νύχτα, σε περίμενα.
Πιες κι άλλο, θα το χρησιμοποιήσουμε αργότερα γι’ άλλοθι, θα πούμε πως ήσουν μεθυσμένη, πως δεν ήξερες τι έλεγες και θα χαλάσουμε το δεσμό αυτής της νύχτας.
Θα πούμε πως αγκαλιστήκαμε σαν άγνωστοι. Δεν θα αφήσουμε την αλήθεια να μας ενώσει.

Τι ωραία που χορεύεις, σαν να σε παίρνει ο άνεμος.
Κι όσα ήθελες να πεις έγιναν ένα φίλα με.
Κι όσα ήθελες να διώξεις έγιναν ένα κράτησέ με.
Κι όσα ήθελες να ομολογήσεις πάλι έγιναν έρωτας.
Κι όσα θέλεις να ξεχάσεις μέσα στο αίμα σου κυκλοφορούν.

Δε μίλησες κι απόψε, όλη η σιωπή σου πάλι έγινε έρωτας.

Το Κύμα και ο Ωκεανός






Γνώρισα τη ζωή του κύματος, την έζησα, τώρα κατεβαίνω στον Ωκεανό
Είναι πιο ήσυχα, πιο ατάραχα, πιο σιωπηλά
Μπορώ να ενωθώ ξανά με το κύμα, όμως η θέση μου είναι στον Ωκεανό
Η μόνη σταθερή μου θέση
Ο δρόμος με πηγαίνει πίσω μου, είναι η μόνη κατάληξη μου, το μόνο μου όνειρο
Να ενωθώ με τον Ωκεανό, τη Μάνα που με γέννησε

Γνώρισα τη ζωή του κύματος, με πήγε δω με πήγε κει, με χτύπησε στα βράχια
Ως κύμα με άλλα κύματα σχετίστηκα, ως Ωκεανός σχετίζομαι με το Όλον
Είναι ωραία η αίσθησης, πιο Πλατιά, πιο Απέραντη
Μέσα στον Ωκεανό Διαλύομαι, επιστρέφω στην Προέλευσή μου
Γυμνός όπως η Μάνα με Γέννησε
Με αγόγγυστη μέρα, φιλικός προς τον ήλιο

Γνώρισα τη ζωή του κύματος, δεν ήταν ψηλά δεν ήταν χαμηλά
Όμως τώρα είναι η ώρα μου να υποχωρήσω στα άδυτα του Κήπου
Να κατέβω να ψάξω το Ασημένιο Φεγγάρι
Να περιέλθω εξ ολοκλήρου στον δίχως παράπονο χώρο
Να καταθέσω τη μοιρασιά του εαυτού μου στην Ένωση
Να ενωθώ με τα νερά της Γαλήνης, στην πίσω Λάμψη που τρομάζει

Όμως γνώρισα τη ζωή του κύματος, τα σκέρτσα των νερών και
Τις ταραγμένες σκέψεις τους
Και πίσω μου ανοίγει ο χώρος δίχως θλίψη
Εκεί όπου μπορώ επιτέλους να ησυχάσω
Εκεί όπου μπορείς να πεις μια Αγκαλιά με δέχεται  

Όμως γνώρισα τη ζωή του κύματος και από το κύμα κρατήθηκα
Ως όφειλα
Τώρα δεν οφείλω
Μπορώ να γυρίσω σπίτι
Εκεί που αισθάνομαι να με περιμένουν
Γιατί γνώρισα τη ζωή του κύματος
Και γνώρισα από το κύμα να εξέρχομαι
Όμως τώρα είναι η ώρα να λέω αντίο σε ορισμένες διαθέσεις
Και να γίνομαι Καθάρια Αίσθηση, Χρώμα και αισθήματος άρωμα 

Άλλωστε τούτο ονομάζω Μοίρα.


Η Δίψα

Δεν ξέρω καλή μου, δεν ξέρω, αλλάζω βαθιά Περπατώ πλέον πάνω σε τριγμούς σταφυλιών Νέοι κόσμοι μου αποκαλύπτονται διαρ...