Διάλογος στο λιμάνι







- Κλαίτε;
- Όχι, μπήκε ένα σκουπιδάκι στο μάτι μου.
- Κλαίτε, παραδεχθείτέ το.
- Μα γιατί να κλάψω εγώ; Δεν έχω λόγο…
- Παραδεχθείτέ το πώς κλαίτε έτσι… χωρίς λόγο, κλαίει η ψυχή σας.
- Αφήστε με σας παρακαλώ…
- Δεν σας κρατώ.
- Κι όμως με κρατάτε.
- Όχι εγώ. Σας κρατά ο κόσμος, η σκέψη σας, η ζωή σας, αλλά όχι εγώ.
- Πως το ξέρω;
- Μα εγώ σας συγχωρώ και σας απελευθερώνω.
- Κύριε μη φεύγετε παρακαλώ, συγχωρέστέ με, το χρειάζομαι, το έχω ανάγκη, συγχωρέστέ με εκ μέρους της ανθρωπότητας.
- Ωραία λοιπόν, με το ανθρωπινό μου δικαίωμα σας συγχωρώ εκ μέρους της ανθρωπότητας, αισθάνεστε καλύτερα τώρα; Όμως πείτε μου, ποιος σας πείραξε;
- Δεν ξέρω.
- Δεν περίμενα διαφορετική απάντηση. Δεν ξέρετε λοιπόν που οφείλεται το δάκρυ σας, ο πόνος σας και ο φόβος σας.
- Όχι, δεν ξέρω. Όλα είναι θολά αν γυρίσω πίσω στην ανάμνησή μου.
- Μπορώ να γονατίσω λιγάκι μπροστά σας και να σας φιλήσω το χέρι;
- Μα έτσι στα καλά καθούμενα;
- Ναι, γιατί δεν το αξίζετε;
- Δεν ξέρω, ντρέπομαι λιγάκι.
- Α, όχι, να μην ντρέπεστε, αφεθείτε να εξυψωθείτε, και προσέξετε, μην σαν βρει η κολακεία.
- Τι παράξενος που είστε…
- Απλώς σας δείχνω σεβασμό, δεν το έχετε συνηθίσει;
- Σκέφτομαι πως θα μου ζητήσετε κάποιο αντάλλαγμα, και επιφυλάσσομαι.
- Ναι, σκέφτομαι να σας ζητήσω κάτι, ένα φιλί στο μάγουλο.
- Στο μάγουλο, κάτι τόσο αθώο; Έχω καιρό να φιλήσω έναν άντρα στο μάγουλο, κάτι τόσο αθώο.
- Θέλησα απλά να σας δείξω κάτι που δεν έχει ενοχή. Δεν ξέρετε κάτι που να μην έχει ενοχή;
- Ομολογώ πως…
- Μην ομολογείτε, κλάψτε, το ίδιο είναι, θα καταλάβω εγώ πως ομολογείτε. Ξέρετε, υπάρχει κάτι χωρίς πονηρή ιδέα.
- Εγώ δεν το ξέρω.
- Ναι, υπάρχει κάτι χωρίς πονηρή ιδέα, η αθώωση.
- Εγώ δεν το ξέρω. Όμως τώρα που το σκέφτομαι… για ποιο πράγμα είμαι ένοχη;
- Αυτό εγώ δεν το ξέρω.
- Σηκωθείτε τώρα, κάνετε μια κίνηση σας να μου χαρίζετε λουλούδια χωρίς να κρατάτε στα χέρια σας λουλούδια.
- Συγνώμη, ξεχάστηκα, αλλά ήθελα να βρεθώ λιγάκι χαμηλά. Ήθελα να δω πως φαίνεται ο κόσμος από χαμηλά.
- Και πως φαίνεται.
- Ουρανός.
- Με αγαπάτε;
- Το ζήτημα δεν είναι αν εγώ σας αγαπώ, αλλά πως νιώθετε εσείς γι’ αυτό.
- Δεν ξέρω.
- Θα σας δώσω δύο επιλογές, η μία να φύγετε η άλλη να έρθετε, εσείς προς τα πού κινείστε;
- Εγώ… εγώ… μένω παγωμένη.
- Αν φύγετε, δεν θα φύγετε από εμένα, κι αν έρθετε δεν θα έρθετε σε εμένα.
- Παράξενα μιλάτε, αφού εσείς με καλείτε, αν φύγω θα φύγω από εσάς, κι αν έρθω σε εσάς θα έρθω.
- Όχι, δεν είναι έτσι, αν φύγετε θα φύγετε από την αγάπη, κι αν έρθετε θα έρθετε στην αγάπη, όμως πολλές φορές για να έρθετε στην αγάπη χρειάζεται από την αγάπη να φύγετε.
- Είναι παράξενα όλα αυτά για μένα και δυσνόητα.
- Τι είναι γνωστό σε εσάς;
- Το φιλί.
- Τι θέλει να πει το φιλί;
- Δεν ξέρω, ξέρω μόνο πως μου ζητάει να είμαι εκεί. Όταν φιλώ δεν σκέφτομαι τίποτα, όταν φιλώ είμαι παρόν στη ζωή μου.
- Θέλω να σας φιλώ σαράντα χρόνια. Όμως κλαίτε, γιατί κλαίτε πάλι;
- Δεν μπορώ να σας ερωτευτώ κύριε, γι’ αυτό κλαίω.
- Μα γιατί, επιστρέψτέ το στον εαυτό σας, θα νιώσετε όμορφα, σας το υπόσχομαι, θα πάρετε λίγη από εκείνη τη γεύση των φτερών.
- Μη μιλάτε έτσι σας παρακαλώ, δεν μπορώ να σας ερωτευτώ, για αυτό πάρτε με απλά μαζί σας. Τραβήξτέ με τη δύναμή σας, παρασύρετέ με, όμως σας παρακαλώ, πάρτε με μόνο από εδώ.
Κύριε… κύριε… μη φεύγετε, λυπηθείτε με σας παρακαλώ.
- Μα δεν μου μιλάτε για τη ζωή σας.
- Δεν μπορώ να σας μιλήσω για τη ζωή μου, πάρτε με μόνο από εδώ.
- Ελάτε απλά προς το μέρος μου.
- Κύριε, δεν με καταλάβατε, δεν μπορώ να έρθω εγώ προς το μέρος σας, χρειάζεται εσείς να με τραβήξετε.
- Μα αν σας τραβήξω εγώ θα σας βγάλω στη θάλασσα.
- Αχ ναι, βγάλτε με στη θάλασσα. Είμαι καιρό εδώ, είναι όλα παλιά εδώ, κουράστηκα εδώ, απελπίστηκα.
- Αν σας πάρω εγώ θα σας φέρω στ΄ ανοιχτά.
- Αχ ναι κύριε, φέρτε με στ' ανοιχτά, θέλω να δω πως είναι…
- Λύστε λοιπόν το σχοινί κι αποχαιρετίστε το γνώριμο λιμάνι σας.
- Τώρα είναι αργά να ξεκινήσω για τ' ανοιχτά.
- Αύριο θα είναι πιο αργά.
- Φοβάμαι κύριε, φοβάμαι.
- Προφανώς το άγνωστο.
- Ναι κύριε, το άγνωστο φοβάμαι.
- Κι όμως, είναι μέσα στο άγνωστο που ζείτε. Εγώ σαν δείχνω απλά το γνωστό σας.
- Πάλι δεν καταλαβαίνω.
- Αφήστέ μου το χέρι σας παρακαλώ.
- Μη φεύγετε.
- Ακούω να λέτε μην έρχεστε. Δεν σας καταλαβαίνω πάντα, δεν φεύγετε από έναν τόπο που δεν είστε καλά;
- Για πού κύριε, για πού; Ο άλλος τόπος είναι μονάχα όνειρο.
- Έστω για εκεί. Προτιμάτε όμως τη βεβαιότητα. Πως θα με ερωτευτείτε έτσι;
Πονάτε, κι όμως δεν αναζητάτε τη χαρά, αν και αυτός είναι ο σκοπός του πόνου.
Φοβάστε και δεν προχωράτε προς το θάρρος, αν και αυτός είναι ο σκοπός του φόβου.
Κάθεστε απλά εκεί, ακίνητη, δεμένη σαν ένα άγαλμα.
- Κύριε, περιμένω...
-Τι περιμένετε, τον ελευθερωτή σας; ή μήπως τη σύνταξή σας;
- Μην είστε σκληρός μαζί μου.
- Κλαίω μαζί σας από κατανόηση. Όμως δεν έρχεστε μαζί μου και να που βραδιάζει κι εγώ πρέπει να φύγω.
- Για πού; Για πού; Αυτό πέστε με μόνο: για πού;
Μα μόνο μου χαμογελάτε, αυτή είναι η απάντησή σας;
Μα εσείς μόνο μου χαμογελάτε. Σταθείτε, μη φεύγετε,
Αχ, εσείς μόνο μου χαμογελάτε.

- Δεν έχω απαντήσεις κυρία μου, ούτε κάποια βεβαιότητα, μάλιστα δεν έχω ούτε υπόσχεση για εσάς, ούτε πρόβλεψη. Λίγο έρωτα μόνο είχα. Όμως τώρα πρέπει να φύγω.
- Αχ! Που πηγαίνει! Που πηγαίνει? Στο χαμό του, στον χαμό του! Βαδίζει ίσια πάνω στην ίδια του την καταστροφή!
Όμως χαμογελά, χαμογελά κι εγώ τι κάνω εδώ; Και που είναι η απάντηση, γιατί δεν έρχεται;

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Παιδί του Ουρανού

Ο Αρραβώνας της σιωπής

Η Τέχνη του Αποχωρισμού